Μπαίνω στο μετρό, πέφτει το βλέμμα μου στο μετανάστη. μέχρι να κατέβω ανησυχώ σιγανά για αυτόν. Αγχώνομαι μήπως γυρίσω ξαφνικά το βλέμμα και δω δέκα καταπάνω του. Προσπαθώ να σκεφτώ πως θα αντιδράσω. Τι πρέπει να κάνω για να βοηθήσω αυτόν και να προστατέψω τον εαυτό μου. Κοιτάω ποιος στέκεται στην αποβάθρα, ποιος θα μπει, πως στέκεται. Ανησυχώ για αυτόν, για μένα, για σένα. Κάθε πρωί και κάθε απόγευμα η ίδια ιστορία.

Ο κασιδιάρης πετάει νερό στη δούρου και χτυπάει την κανέλλη. Για 3-4 ώρες όλοι ασχολούνται με αυτό. Η κατάσταση όμως είναι μη αναστρέψιμη. Είναι σαν να έκαναν μαζικές ενέσεις φασισμού στη χώρα. Ένας ακόμα να λέει ‘λίγες άρπαξε’. Κάθε μέρα η ίδια ιστορία.

Χτυπάει το τηλέφωνο στη δουλειά. Πιο συχνά ακούω το έχασα τη δουλειά μου παρά το καλημέρα. Ψάχνω, αν μπορείτε να βοηθήσετε, κουράστηκα, βάζουν ψεύτικες αγγελίες, δεν απαντάει κανείς στις αιτήσεις που κάνω, να φύγω στο εξωτερικό, άνοιξα linkedin, πήγα στην πρεσβεία της Αυστραλίας, δε μπορώ να φύγω από την Ελλάδα γιατί φροντίζω τη μάνα μου. Κάθε μέρα μια διαφορετική ιστορία. Η ίδια θλίψη. Η εξαθλίωση με άλλες λέξεις.

Η πρωινή μου βόλτα στα σόσιαλ μίντια είναι ένα παιχνίδι αντοχής. Πογκρόμ, δηλώσεις της ντροπής, λάσπη, κατηγόριες, ευθύνες να μοιράζονται πότε αριστερά πότε δεξιά, προεκλογικά σποτάκια. Κάθε μέρα η ίδια ιστορία.

Στο γραφείο η συνάδελφος μπαίνει το πρωί χλωμιασμένη. Τι έγινε; τη ρωτάω. Πήγα να αφήσω τη μικρή στο παιδικό και είχε πέσει μια γυναίκα από την ταράτσα της διπλανής πολυκατοικίας. Μέχρι να έρθει το εκαβ είχε χάσει τις αισθήσεις της. Καθόμασταν οι γονείς και κρύβαμε το σώμα με τα αίματα για να μη το δουν τα παιδιά. Άλλη μία αυτοκτονία. Κάθε μέρα η ίδια ιστορία.

Περπατάμε χαμηλά την Ερμού, πάμε προς το αυτοκίνητο. Άστεγοι κουλουριασμένοι στους 35 βαθμούς κελσίου. Κουκούλια παντού. Κάποιοι ξύπνιοι, μιλάνε. Η πρέζα κάνει τις φωνές τους ίδιες, να βγαίνουν αργά. Μυρίζει κατουρλιό και περιστερίλα. Κάθε γωνία η ίδια ιστορία.

Είμαι στο Athens pride. Χρώμα παντού, αγκαλιές και αγάπη, το ‘με τελείωσες’ της ματούλάς. Λίγο πριν τελειώσει η συναυλία αρχίζω και αγχώνομαι. Λες να γίνει καμιά επίθεση; Όλο μένουμε και λιγότεροι. Δε θέλω να πω το κάθε χρόνο η ίδια ιστορία.

6 Μαΐου, 17 Ιουνίου. Τόση συζήτηση. Τόσες απόψεις. Γνώση, ημιμάθεια, συμφέροντα, ανθρωπιά, το παλιό πολεμάει το νέο, οι άνθρωποι δε θέλουν αλλαγές. Δεν τους τις έμαθαν ποτέ. Μην αλλάξει σχολείο, μην αλλάξει σπίτι, μην αλλάξει συνήθειες. Μπέρδευαν πάντα την αλλαγή με την αποτυχία. Μένουμε για λίγο με την αλήθεια και με τρόμο τρέχουμε προς το ψέμα. Μη μου πεις για έξοδο από το ευρώ, πες μου μόνο πως λεφτά υπάρχουν. Κάθε που χει εκλογές, το ίδιο πανηγύρι.

Προσπαθώ να πω ‘έχουμε τον έρωτα’ αλλά είναι σαν αυτά τα όνειρα που πας να φωνάξεις και η φωνή σου δε βγαίνει. Γι’ αυτό το γράφω. Πες το από μέσα σου να δεις. Έχουμε τον έρωτα.

Να κοιτάς το κινητό σου και να σου λέει ‘μα πόσο σ’ αγαπώ ρε παιδί μου’. Να πλησιάζεις στο σπίτι και να κάνεις σαν παιδί που φτάνει στο εξοχικό, να θες να κατέβεις από το μετρό για να κάνεις πιο γρήγορα. Να τον κοιτάς που μιλάει με τους φίλους του και να θες ξανά να διακόψεις για να τον φιλήσεις. Δυο ώρες μακριά του να μοιάζουν 2 χρόνια. Να διαβάζεις Sarah Kane και να μιλάει για σένα.

Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου.
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να σου φιλάω τα πόδια σου,
Και να σου κρατάω το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς, και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες, και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και νάμαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και νάμαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να παρακαλάω να σ’ ήξερα μια ζωή.
Και ν’ ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,
Και ν’ αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ’ το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,,
Και να σ’ αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,
Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
Τον ακάθεκτο
Τον ακατάλυτο
Τον ακατάσβεστο
Τον μεταρσιωτικό
Τον ψυχαναλυτικό
Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,
ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

Να μοιάζουν όλα μάταια. Να είναι όλα μάταια.

Σε αυτά δεν έχουν πρόσβαση. Κάθε έρωτας μας και μια δικιά τους ήττα.

Advertisements