Ονειρεύτηκα πως υπάρχει ένα νησί που οι μετανάστες δε φοβούνται. Οι έλληνες τους φωνάζουν με τ’ όνομα τους και στην άκρη του ονόματος τους κολλάνε το αγάπη μου.  Είδα λέει ότι ήταν ένας παχουλός ντόπιος που τα καλοκαίρια νοίκιαζε δωμάτια και το χειμώνα έτρεχε με τα μελίσσια και τα κατσίκια. Φώναζε τον Μοχάμεντ αγάπη μου και τα βράδια κάθονταν μαζί του στο μπαλκόνι και μιλούσαν. Για την ακρίβεια ο ντόπιος έλεγε ιστορίες και ο Μοχάμεντ έκανε πως τον καταλάβαινε.

Ονειρεύτηκα πως ξυπνούσα κάθε μέρα και περπατούσα από τα Βαπόρια στο λιμάνι για να πάω στη δουλειά. Χαιρετούσα ανθρώπους στο δρόμο και τα μεσημέρια πήγαινα μέχρι το Γαλησσά για μια βουτιά.

Ονειρεύτηκα πως δεν είχα κινητό τηλέφωνο, μέσα μεταφοράς και ενημέρωσης. Άφηνα λέει τα πάντα ανοιχτά, δεν κλείδωνα ποτέ.

Ονειρεύτηκα και σας. Είχαμε λέει μαζευτεί σε ένα πανηγύρι και χορεύαμε κυκλικούς  χορούς μέχρι να μας πονέσει η σπλήνα. Ξεκαρδιζόμασταν και φωνάζαμε μεθυσμένοι. Σκέτη χαρά.

Και μετά ξύπνησα εδώ. Στο τσιμέντο. Που οι άνθρωποι πλένουν παράθυρα στα φανάρια και κοιμούνται στους δρόμους. Αυτοί με τη χειρότερη μοίρα τρώνε και το πιο πολύ ξύλο.

Εδώ που φασίστες σφάζουν μετανάστες. ή τους στοιβάζουν σε φορτηγά και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εδώ που κάποιοι ονειρεύονται μια ελλάδα μόνο με έλληνες. Τα ταιμλαιν μου γεμάτα από τέτοια νέα.

Ξύπνησα την ίδια ώρα και περπάτησα χωρίς να πω γεια σε κανέναν στην ίδια διαδρομή. Ήμουν ένα χρόνο μεγαλύτερη.

Ξύπνησα και σας είδα όλους κουρασμένους και μπαϊλντισμένους.  Ψάχνατε δουλειά, μιλάγατε για δραχμή, το σαμαρά και την παναγία, για μαχαιρώματα και βιασμούς. Κρατούσατε στα χέρια σας τις καταδίκες σας και κάνατε σαματά για το τίποτα.

Ξύπνησα εδώ που ο παλιόφιλος Χόλντεν δεν θα άντεχε ούτε μέρα.

Advertisements