Τέσσερις ώρες μακριά από την Αθήνα. Υπήρχε μια ταράτσα που από κει έβλεπες δύο νησιά. Δε ξέραμε ποιο αντιστοιχούσε σε ποιο αλλά τα κοιτούσαμε και λέγαμε ποιο μπορεί να είναι ποιό. Από κει βλέπαμε και ποια καράβια προσέγγιζαν το λιμάνι. Κάθε φορά ακολουθούσε περίπου ένας τέτοιος διάλογος. Αυτό ποιο είναι; Το άρτεμις; Όχι κόκκινο δεν είναι; Είναι χελενικ σιγουεις. Μπροστά μας απλωνόταν το Αιγαίο, μπλε όπως πάντα. Στα δεξιά μας είχε έναν τρούλο εκκλησίας, δε ξέραμε ποιανού αγίου αλλά είναι η πρώτη εκκλησία αφιερωμένη στο μουνί. Τα βράδια έπιανε ένα αεράκι που έπαιρνε μαζί του όλα τα δεναντεχωαλλο του χειμώνα.

Πολύ μακριά από την Αθήνα. Περιμέναμε να ανοίξει η μπουκαπόρτα. Σκέφτομαι γιατί δεν έβγαλα το μακρυμάνικο. Είμαστε λίγοι που κατεβαίνουμε. Είμαστε όσοι θέλω. Κατεβαίνουμε στο λιμάνι. Ένα ουφ κι ένα ευχαριστώ που ακούμπησα το πόδι μου στο λιμάνι αυτό. Ψάχνουμε το πράσινο τογιότα. Γεια σας είστε για του δημήτρη;

Γυρίζοντας στην Αθήνα. Κάναμε μια στάση από αυτό το νησί που μέσα σε δέκα χρόνια που χα να το δω κατάφερε να γίνει ολόκληρο μια φανταχτερή ταμπέλα frozen yoghurt. Δεν θα καθόμασταν στο λιμάνι θα πηγαίναμε στην παραλία αυτή την πανέμορφη που θυμόμουν. Μέσα στα πρώτα 20 λεπτά ζευγάρι γύρω στα 60 στήνει ομπρέλες και εξοπλισμό. Η γυναίκα του ζευγαριού δε σταμάτησε ποτέ να μιλάει. Σου έδωσαν λάθος νούμερο. Έχω πάρει 10 φορές και είναι λάθος. Ο περιπτεράς σου έδωσε λάθος νούμερο. Να, θα ξαναπάρω. Λάθος βγαίνει. Κάποιο νούμερο είναι λάθος. Να πάμε το απόγευμα να του ζητήσουμε άλλο. Άκου εκεί να μας δώσει λάθος νούμερο. (λίγα λεπτά μετά) Παπαπαπα βρώμα. Δε σου έρχεται; Εμένα μου έρχεται να κάνω εμετό, μέσα στη μύτη μου την έχω τη βρώμα. Δεν αντέχεται. (λίγα λεπτά μετά) Όταν θα γυρίσουμε θα πάω εγώ να της πω πως δεν θα τις δώσουμε 50 ευρώ. Σιγά μη της δώσω εγώ 50 ευρώ. Έχει ψυγείο; Ψυγείο είναι αυτό; Ούτε ένα μπουκάλι νερό δε χωράει. Άκου εκεί να με πει παράξενη και παράλογη. Εγώ παράξενη; Και το πε μπροστά στους άλλους για να την ακούσουν, κατάλαβες; Δεν το είπε μέσα, βγήκε έξω να το πει. Σιγά μη της δώσω εγώ 50 ευρώ για αυτό το αχούρι. (λίγα λεπτά μετά) Έτσι όπως έχεις γυρίσει την ομπρέλα τα πόδια μου είναι στον ήλιο. Έλα κάνε πιο πέρα. Δεν πήρες καρεκλάκι και σε μένα. (λίγες ώρες αργότερα και ενώ μαζεύουν τα πράγματα τους. Εκείνη κρατάει μια τσάντα και σηκώνει τη βάση της ομπρέλας) Εγώ θα πάρω αυτό, εσύ πάρε τα άλλα. (αυτός ρωτάει ειρωνικά και ψιθυριστά τίποτα άλλο;) έλα κουνήσου λέει και φεύγουν.

Αθήνα. Υγρασία και ζέστη στο λιμάνι. Στη διαδρομή πλέον προς το σπίτι και ώρα περασμένη ένας άντρας γυμνός από τη μέση και πάνω τρέχει στη μέση του δρόμου. Τι κάνει; Πατάω το κουμπί για να ανέβει το παράθυρο. Συνεχίζει ακάθεκτος, εμείς κόβουμε ταχύτητα. Λίγο πριν μας ακουμπήσει και τον ακουμπήσουμε μας παρακάμπτει και συνεχίζει. Θυμάμαι το βλέμμα του. Δε ξέρω αν έτρεχε να σωθεί, να κρυφτεί ή ότι άλλο. Έμοιαζε χαμένος. Βγαίνουμε από το αυτοκίνητο αγχωμένοι. Γυρίσαμε ρε πούστη.

Advertisements