Όταν μου έλεγαν οι μεγάλοι να τους φέρω κάτι ή να κάνω καμιά αγγαρεία τους έλεγα πως βαριέμαι. Ακολουθούσε συνήθως ένα είσαι τεμπέλα. Σπάνια από κάποιου είδους χιούμορ, συνήθως από εκνευρισμό. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί θεωρούσαν εμένα τεμπέλα ενώ αυτοί ήταν που βαριόνταν να σηκωθούν. Αν και υπερβολικοί σκεφτόμουν τότε, τους πίστευα πάραυτα. Η τεμπελιά ήταν κάτι κακό. Άκουγα σχεδόν πάντα και διάφορες ιστορίες που κάποια φίλη τους είχε παντρευτεί ένα τεμπελχανά που ήταν και τζογαδόρος ή κάποια που είχε ένα τεμπελόσκυλό για παιδί.  Ήταν πολύ κακό να είσαι τεμπέλης. Εκτός από τα καλοκαίρια. Εκεί μπορούσες να τεμπελιάζεις χωρίς τύψεις.

Όταν έγινα και εγώ μεγάλη σαν κι αυτούς που μου τα έμαθαν όλα αυτά ξεκίνησα να κάνω αυτό που έπρεπε. Αλλά κάτι περίεργο συνέβαινε, όσο περισσότερο δούλευα τόσο μεγαλύτερη η ανάγκη να τεμπελιάσω. Τώρα πια δε μου φαίνονταν καν υπερβολικοί, τώρα  μου φαίνονταν υποκριτές. Πήραν την τεμπελιά και τη γέμισαν με τύψεις.

Αν δε δούλευα θα διάβαζα περισσότερα βιβλία, θα έβγαινα για πρωινές βόλτες και μπορεί να ένιωθα και την ανάγκη να ζωγραφίσω λίγο πιο πολύ, να γράψω λίγο πιο πολύ, να χορέψω λίγο πιο πολύ.  Όλοι αυτοί που κάποτε είπαν ‘αν δε δούλευες κάποια στιγμή θα βαριόσουν’ είναι πολύ διαφορετικοί άνθρωποι από μένα, δεν εξηγείται.

Εμένα μου αρέσει να ξυπνάω ότι ώρα θέλω, να χουζουρεύω στο κρεβάτι,  να εργάζομαι όταν νιώθω δημιουργική, να μπορώ να σταματήσω όταν θέλω για να πεταχτώ για λίγο να δω τον ήλιο τι χρώμα πήρε στο ηλιοβασίλεμα, να συζητάω ώρες ατελείωτες για το πώς αισθάνομαι όπως είπε και μια φίλη μου. Χέστηκα για τα email που πρέπει να σταλούν, για τα τηλεφωνήματα που πρέπει να γίνουν, το εργασιακό πρωτόκολλο και τα γαμημένα policies, για τα power point και τα στόματα που πιέστηκαν να γίνουν χαμογελαστά.

Εσένα με πόσα σε εξαγόρασαν; Εμένα για 860. 860 ευρώ για να υποδύομαι πως τους καταλαβαίνω. Πως με κάποιο τρόπο συμφωνώ. Πως με νοιάζει αν η αφίσα θα είναι μπλε ή μωβ και τι θα πουλούσε περισσότερο. Και αυτό δεν το αποφεύγεις, είτε δουλεύεις εκεί, είτε εδώ. Η αλήθεια είναι πως αδιαφορώ. Ήμουν και θα είμαι μάλλον μια κακή, ασυνεπής και τεμπέλα υπάλληλος. Όπως ήμουν και παιδί.

Αν πεις βαριέμαι να πάω αύριο δουλειά τους έχεις όλους στο πλάι σου. Δοκίμασε να πεις πως δε σου αρέσει η δουλειά και θα αρχίσουν τα άλλαξε επάγγελμα. Επέμενε και θα επιμείνουν κι αυτοί. Σα να μη μπορούν να πιστέψουν πως δε σου αρέσει να πληρώνεσαι, να απολογείσαι, να απαντάς. Και όχι ότι απλά δε σου αρέσει γιατί και κει θα τους έχεις όλους πλάι σου. Αλλά μόλις τους πεις έλατε να κάνουμε κάτι δικό μας και να ζούμε έτσι και εκεί κι αλλιώς θα ακούσεις ένα κάντο εσύ και θα ‘ρθω.

Ποτέ μου δεν θα καταλάβω τους ανθρώπους που έστησαν όλη τους τη ζωή γύρω από την καριέρα. Που πέρασαν τόσα πρωινά και απογεύματα να μιλούν με κοστουμαρισμένους και ανέκφραστους σοβαροφανείς με μεγάλους τίτλους και μικρή ψυχή, που ξεπούλησαν τη ζωή τους για να έχουν μεγαλύτερο σπίτι, γρηγορότερο αυτοκίνητο, καλύτερο κινητό, πιο ακριβά παπούτσια, καλύτερο ξενοδοχείο στις διακοπές και άλλα τέτοια δολώματα.

Το ελεύθερος το κάναμε τεμπέλης και τώρα κλαίμε τη μέρα του γυρισμού από κάθε μας διακοπές.

Αν απενεχοποιούσαμε τη λέξη. Αν αποκτούσαν όλοι ζωή. Και φίλους. Και αγάπη. Αν το χρήμα δεν το είχαμε τόση ανάγκη. Αν παίρναμε μεγαλύτερα ρίσκα και κάναμε μεγαλύτερες αλλαγές. Αν τα πρωινά τρώγαμε τόστ στο κρεβάτι ακούγοντας τη θάλασσα. Αν πιστεύαμε πως όλα αυτά που θέλουμε μπορούν να γίνουν, δε πιστεύεις πως θα τα καταφέρναμε τελικά;

Advertisements