Ήξερα από την Πέμπτη το απόγευμα πως κάπου μέσα στην επόμενη εβδομάδα θα ζητήσουν να υπογράψουμε μείωση μισθού. Το πρωί της Παρασκευής στους διαδρόμους έβλεπες πηγαδάκια εδώ και κει να συζητάνε. Είχε ξεκινήσει.

Τα τελευταία τρεισήμισι χρόνια που δουλεύω εκεί, λίγο πολύ γνωρίζω τους περισσότερους. Είναι σαφέστατα το πρώτο επαγγελματικό μου περιβάλλον  που δε μπορώ να πω πως μέσα από αυτό δημιούργησα φιλίες. Δεν ταιριάζαμε. Οι περισσότεροι οικογενειάρχες, σα να μην είχαν ζωή πέρα από το γραφείο. Μερικές φορές όταν έλεγα πως πέρασα το σαββατοκύριακο με κοιτούσαν σαν να είμαι ο πιο περιπετειώδης άνθρωπος του κόσμου. Τα εξάρχεια, τα πετράλωνα, το κουκάκι είναι μέρη περιπετειώδη.  Πώς να στο πω αλλιώς; Δεν ήταν σαν κι εμάς οι περισσότεροι εκεί. Δεν είναι μόνο πως ήταν άλλης γενιάς, είναι άλλης νοοτροπίας.  Νοικοκυραίοι, κάποιοι βολεμένοι με νοίκια και περιουσίες δούλευαν για να μην κάθονται, λέει. Κυρίες πλουσίων μεγαλοστελεχών, κυρίες στρατιωτικών, γυναίκες που ξεπλένουν τη συνείδηση τους στα πλαίσια της ισότητας. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ανήκα ποτέ εκεί. Ήταν η επαφή με τους φοιτητές που με κρατούσε εκεί. Η αίσθηση πως μπορούσα έστω και λίγο να βοηθήσω, να τσιγκλήσω τις επιθυμίες τους, να τους πω πως μπορούν. Τον τελευταίο χρόνο τα πράγματα είχαν γίνει χειρότερα, αν και από την αρχή τα έβγαζα πέρα δύσκολα με τα λεφτά. Είχα ζητήσει δυο φορές για αύξηση, η κρίση, μου είχαν πει. Πριν έρθει η κρίση για τα καλά.

Ένα χρόνο πριν,  ένας πολιτικάντης με μεγάλα οράματα και φουσκωμένα λόγια μας έφερε για αφεντικό μια κυρία του κυρίου. Τα πράγματα άλλαξαν από τον πρώτο μήνα. Άλλαξε η διάθεση μας αρχικά. Συμπεριφερόταν σαν να ήμασταν σε τράπεζα. Ξαφνικά το ντύσιμο μου δεν ήταν αρκετά επαγγελματικό. Ο τρόπος που έπιανα τα μαλλιά μου δεν ήταν αρκετά επαγγελματικός. Τα σχόλια περιορίζονταν σε αυτή τη θεματολογία. Δε νομίζω να άκουσα ποτέ κάτι που να αφορούσε τη δουλειά που έκανα.  Με λίγα λόγια τον τελευταίο χρόνο ήθελα και δεν ήθελα να είμαι εκεί. Λίγο η επαφή με τα παιδιά, λίγο το δικό μου ‘και αν φύγω προς τα που θα κινηθώ’  με κρατούσαν εκεί. Μέχρι την Παρασκευή το μεσημέρι.

Είδα στο τηλέφωνο πως με παίρνουν από το HR. Ωπ, ήρθε η σειρά μου να μου πουν για τη μείωση. Λίγα λεπτά μετά άκουγα πως με μένα ήθελα να συζητήσουν κάτι διαφορετικό. Θα διέκοπταν τη συνεργασία τους μαζί μου.

Τα τελευταία τρεισήμισι χρόνια συναντούσα καθημερινά ανέργους, ανθρώπους απολυμένους. Προσπαθούσα σε όλους να δείξω πως δεν έχουν μόνο μία επιλογή. Πως έχουν όλες τις επιλογές του κόσμου δικές τους. Σε κάποιους το κατάφερνα, κάποιοι απλά εκνευρίζονταν και μαζί μου. Ξαφνικά είχε έρθει η δικιά μου σειρά να τα σκεφτώ όλα αυτά. ‘Δεν έχει να κάνει με την επίδοση σου’ λέει, ‘είναι αποτέλεσμα cost cutting’. ‘Η κρίση, η κατάσταση, ξέρεις’. Εγώ ξέρω καλύτερα από σένα ήθελα να πω. Το μόνο που μου βγήκε να πω ήταν πως για ένα περίεργο λόγο το περίμενα. Δεν έλεγα ακριβώς την αλήθεια, προσπαθούσα να περισώσω την περηφάνια μου. (Δε μου τη φέρατε, το ήξερα πως δε με θέλατε όσο δε σας ήθελα κι εγώ). ‘Ότι θες θα σε βοηθήσουμε. Ότι θες. Θα σε συνοδέψουν μέχρι το γραφείο σου να  μαζέψεις τα προσωπικά σου αντικείμενα και μετά θα αποχωρήσεις.’

Με συνοδεία μέχρι το γραφείο λοιπόν. Έχεις δει το dead man walking; ρωτάω τη συνοδεία. Όχι μου λέει . έτσι νιώθω. Η τελευταία ίδια διαδρομή.

Μπαίνοντας στο γραφείο η συνάδελφος μου με κοιτάει και με δείχνει στο παιδί που στέκεται μπροστά της, ‘Να τη ήρθε. Έχει έρθει το ραντεβού σου’ μου λέει. Μέχρι που βλέπει τη συνοδεία. ‘Καλύτερα να κλείσει ένα καινούριο ραντεβού μαζί σου από Δευτέρα’ της λέω και πάω προς το γραφείο μου.

Με συνοδεία, έσβησα μερικούς φακέλους από τον υπολογιστή μου. Στα γρήγορα. Ούτε που θυμάμαι αν τα πήρα όλα. Ήρθε και το αφεντικό με το μεγάλο αφεντικό και έκατσαν στο γραφείο μου. Με κοίταζαν με περίλυπο ύφος, μου ζητούσαν να τους αλαφρώσω από τη δύσκολη θέση του να είσαι αφεντικό. ‘Ξέρεις είναι διπλά δύσκολο για μας’. Από μέσα μου ήθελα να γελάσω αλλά κάπου εκεί είχα αρχίσει να λυγίζω. Μιλούσα και έλεγα όλα τα περιττά με πνιχτό κλάμα.  Χιούμορ για να σπάσω το πάγο τους. Όλα τα χρόνια που ήμουν εκεί δούλευα με την Α. στο ίδιο γραφείο. Είναι περίεργο που δεν θα τη δω τη Δευτέρα το πρωί. Γι αυτό και κλάψαμε η μία στην αγκαλιά της άλλης. Δάκρυα με συνοδεία.

‘Καλύτερα να βάλεις τα γυαλιά ηλίου σου’, ήταν το τελευταίο πράγμα που μου είπε το αφεντικό. Για να μη με δουν με κλαμένα μάτια. Το τελευταίο πράγμα που μου είπε το αφεντικό καθρέφτιζε την καθημερινότητα μου τον τελευταίο ένα χρόνο. Δεν έχει σημασία τι νιώθεις, σημασία έχει πως φαίνεσαι.

Με συνοδεία και ως την έξοδο. Βγήκα έξω. Με απέλυσαν, είπα στο τηλέφωνο. Περπατούσα προς το μετρό, πάω για καφέ στο κέντρο το μεσημέρι, γιατί δε χαίρομαι; Καθώς περίμενα το μετρό σκέφτηκα πως ανήκω με τους άνεργους της γενιάς μου. Οι καινούριοι μου συνάδελφοι με αντιπροσωπεύουν πιο πολύ.

­­_____

Είναι δυο μέρες τώρα που αλλάζω διαθέσεις πιο συχνά από ότι συνήθως. Την Παρασκευή το βράδυ ένιωθα το κεφάλι μου να είναι γεμάτο από κιμά. Το Σάββατο το πρωί ξύπνησα στις έξι και σκεφτόμουν όλα αυτά που έχω αφήσει στη μέση. Λες και ήταν δικό μου πρόβλημα.  Από την οργή στην αδικία και από τη στεναχώρια στην ανακούφιση.  Δεν ήθελα να’ μαι άλλο εκεί, παρ’ όλα αυτά η απόλυση έχει μια άλλη ποιότητα από την αποχώρηση. Κρύβει μέσα της  μια απόρριψη, έναν μικρό ακρωτηριασμό, την αδικία. Αυτό που έκανες μέχρι χτες, δε θα το κάνεις από αύριο, γιατί αυτοί το αποφάσισαν. Ένα βίαιο κόψιμο της συνήθειας.  Όσο και να θες την αλλαγή όταν φτάνει η στιγμή που έρχεται μοιάζει σαν παλίρροια. Τα νερά φουσκώνουν και μπερδεύονται κι εσύ νιώθεις πως ενώ κολυμπάς δεν έχεις τον έλεγχο ακριβώς.

Είναι η ευκαιρία μου να πάρω μια ανάσα. Να τα δω όλα από κάτω και από πάνω και από αριστερά και δεξιά. Να πιω επιτέλους έναν πρωινό καφέ στο κέντρο. Να μην είναι μέρα άδειας, να μην είναι σαββατοκύριακο. Να είναι Τρίτη. Να μη βιάζομαι να χορτάσω ελευθερία σε μια μέρα. Να είμαι ελεύθερη. Να κουρέψω τα μαλλιά μου όπως θέλω, να φοράω τη σκισμένη μου τζιν βερμούδα και να είναι Τρίτη πρωί. Και Τετάρτη πρωί. Και Πέμπτη πρωί.

Η κρίση, η κατάσταση ξέρεις. Μας εγκλωβίζουν. Δεν είναι εύκολο να ξυπνάς κάθε πρωί και να πηγαίνεις κάπου που νιώθεις πως δεν ανήκεις. Δεν είναι εύκολο να προσπαθείς να κάνεις switch off κάθε απόγευμα για να απολαύσεις τις ώρες που σου απομένουν πριν κοιμηθείς. Δεν είναι εύκολο να νιώθεις πως σου δηλητηριάζουν τον εγκέφαλο. Δεν είναι εύκολο να θες να φύγεις και να μη φεύγεις γιατί έχεις λογαριασμούς, νοίκια να πληρώσεις. Έτσι μας κρατάνε εγκλωβισμένους. Δε νιώθω πια εγκλωβισμένη. Βαρέθηκα να δουλεύω για αυτούς. Και για τους άλλους. Βαρέθηκα να έχω ζόμπι να μου λένε τι να κάνω. Βαρέθηκα να ζω στη χώρα των ζόμπι. Τώρα θα μείνω με τους ανθρώπους.

Advertisements