Έξω από τις πόρτες των δωματίων στο νοσοκομείο Μητέρα έχει ένα συννεφάκι που γράφει περαστικά. Περαστικά Λευτέρη, Περαστικά Κατερίνα, Περαστικά Φώτη, είδα και ένα Περαστικά μπεμπούλι. Περπατάω στο διάδρομο και σκέφτομαι τι να έχουν όλα αυτά τα παιδάκια και είναι εκεί μέσα. Στην είσοδο του ορόφου έχουν φτιάξει κάτι σαν πύλη κάστρου, χρώματα παντού, οι τουαλέτες έχουν για ταπετσαρία κάτι μεγάλες ξυλομπογιές. Στις αίθουσες αναμονής έχει τσουλήθρες και παιδικά βιβλία. Η ιστορία μιας ντομάτας και οι ολύμπιοι θεοί.  Στους διαδρόμους με προσπερνάνε μικροί οδηγοί και από πίσω τρέχουν αλαφιασμένοι γονείς. Αν δε μύριζε τόσο νοσοκομείο θα ήταν ευχάριστη βόλτα.

Τα χεράκια των παιδιών δεν ταιριάζουν με τις βελόνες. Δεν είναι για εκεί μέσα τα παιδιά. Θα έπρεπε να υπάρχει ένας νόμος που να απαγορεύει να αρρωσταίνουν βαριά τα παιδιά. Να επιτρέπονται μόνο κρυώματα, άντε και κανένα ράμμα στα τσακισμένα γόνατα από το πολύ παιχνίδι. Αν υπήρχε δικαιοσύνη τα παιδιά δεν θα πάθαιναν τίποτα. Το πιστεύω στ΄ αλήθεια.

Όταν πάω ταξίδι με αεροπλάνο ψάχνω να δω αν στη πτήση βρίσκονται παιδάκια. Μόλις τα εντοπίσω, ηρεμώ. Έχω την αλλόκοτη πεποίθηση πως το αεροπλάνο δεν θα πέσει με τόσα παιδιά μέσα. Δεν θα συμβεί κάτι τέτοιο. Τα παιδιά δε μπορεί να παθαίνουν τίποτα και εμείς μαζί τους θα σωθούμε.

Τα πρωινά σκέφτομαι πως είναι δυο τρείς άνθρωποι που έχω καιρό να μιλήσω. Σκέφτομαι να τους πάρω, είναι πάντα ακατάλληλη η ώρα, τελικά δεν γίνεται ποτέ. Τα βράδια σκέφτομαι πως δεν έχω πληρώσει τη δεη και πως πρέπει να στείλω εκείνο το μήνυμα. Το πρωί δεν κάνω τίποτα. Μαζεύονται υποχρεώσεις για το κάποτε.

Το κάποτε.

Κάποιες στιγμές σκέφτομαι πως θα ΄ρθουν τα χριστούγεννα και θα κατέβει ο σοφοκλής από την αγγλία. Ξέρω πως δε θα έρθει αυτή η στιγμή. Βουρκώνω. Μετά ξεκινάει το ίδιο ταξίδι. Γιατί; Έτσι. Γιατί γενικώς. Το απόλυτα παράδοξο.

Ξαναπαίζω σαν κασέτα τη φωνή του, επαναλαμβάνει φράσεις που με έκαναν να γελάω. Αν συγκεντρωθώ πολύ θυμάμαι πως είναι ο λαιμός του στις αγκαλιές μας και μετά το κενό. Τον θυμάμαι ζωντανό και μετά τον σκέφτομαι νεκρό. Δεν σε όλα.

Κάποιες στιγμές σκέφτομαι πως θα ξαναμπλέξω τα πόδια μου στα δικά του, πως θα με πιάσει με τις χερούκλες του από τη μέση και θα με φέρει μια στροφή. Ο καλύτερος παρτενέρ απ’ όλους.

Μια στροφή ακόμα. Κάποτε.

Όταν ήμουν μικρή αγαπούσα τα ταξίδια με το αυτοκίνητο γιατί μπορούσα να σκέφτομαι με τις ώρες χωρίς να πρέπει να κάνω τίποτα. Μερικές φορές σκεφτόμουν τις κηδείες των αγαπημένων μου ανθρώπων. Πόσο θα έκλαιγα, ποιοι θα είχαν έρθει, πόσο στεναχωρημένος θα ήταν αυτός ή ο άλλος, θα στενοχωριόταν άραγε η τάδε που είχαμε μαλώσει; Μετά σκεφτόμουν πόσο θα μου λείπει αυτός που πέθαινε και κατέληγα να κλαίω. Υπήρχε μια περίεργη ηδονή στις μακάβριες σκέψεις, σαν να ήθελα για λίγο επί τούτου να μελαγχολήσω, να νιώσω το απόλυτο τίποτα. Το απόλυτο τίποτα όταν χάνεις αυτούς που αγαπάς. Πριν δυο μήνες πήγα να δω μια παράσταση στο παλιό αεροδρόμιο του Ελληνικού για το φόβο. Μπαίνοντας και  πριν ξεκινήσει η παράσταση συμπλήρωνες ένα ερωτηματολόγιο. Στο ποιος είναι ο μεγαλύτερος σου φόβος εγώ έγραψα μην πεθάνουν οι αγαπημένοι μου άνθρωποι.

Ζω το μεγαλύτερο μου φόβο, έχει κουνηθεί η γη κάτω από τα πόδια μου μαλάκες.

Advertisements