Το βράδυ πιάνει το κινητό για να ρυθμίσει το ξυπνητήρι και το κοιτάει κολλημένος ένα πεντάλεπτο λες και κοιτάζοντας το θα κερδίσει ώρες ύπνου. Δε μπορεί να κοιμηθεί και εύκολα. Στριφογυρνάει καμιά ώρα αφού ξαπλώσει, παλεύει να ηρεμήσει το μυαλό του από τους λογαριασμούς και αυτή τη ξινή τη διαχειρίστρια που τον στραβοκοιτάει κάθε που τον πετυχαίνει λέγοντας του με αυτή την σπαστικιά φωνή πως έχει δυο μήνες να πληρώσει. Σιχαίνεται τον ήχο του ξυπνητηριού αλλά πιο πολύ σιχαίνεται ότι πρέπει κάθε μέρα να ξυπνήσει την ίδια ώρα για να πάει εκεί. Το εκεί το τελευταίο εξάμηνο μια τον πληρώνει την άλλη του λένε δεν έχουν. Την προηγούμενη Τρίτη μετά τη βάρδια του πήγε να ζητήσει τα του Σεπτεμβρίου και πάλι του είπαν πως δεν πάει καλά το μαγαζί και δεν έχουν να του δώσουν. Τι δειλός θεέ μου. Τον έχουν απλήρωτο από το Σεπτέμβριο και αντί να τους πετάξει το αφρόγαλα στο κεφάλι δανείζεται αριστερά και δεξιά. Παντού τα ίδια είναι, λέει, τουλάχιστον εκεί κάνει 10 λεπτά να φτάσει και δεν ξοδεύει και στη βενζίνη. Τη σιχαίνεται αυτή τη δουλειά. Μόλις πιει λίγο παραπάνω λέει πόσο καλός ήταν στη ζωγραφική και πως αν δεν ήταν αυτή η πουτάνα η κρίση θα χε μπορέσει να βγάλει κανά λεφτό από κείνη την έκθεση που είχε κάνει στο Μεταξουργείο. Μετά κοιτάει το κενό, λέει ένα έκθεση και γελάει ειρωνικά.

Σιχαίνεται αυτή τη δουλειά αλλά πιο πολύ σιχαίνεται αυτό το σπίτι. Παλιά τα ηλεκτρικά, παθαίνει ηλεκτροπληξία κάθε φορά που βάζει τη τοστιέρα στην υποτιθέμενη κουζίνα αλλά κυρίως δεν αντέχει που είναι τόσο μικρό. Δε μπορεί να μένει κανείς σε 28 τετραγωνικά. Δεν είναι σπίτι αυτό κι αυτός δωμάτιο ψυχιατρείου το λέει. Όλο μας λέει να πάμε από κει έστω για λίγο και είμαστε όλοι στο δεν έρχεσαι καλύτερα εδώ. Δε μπορείς και να του πεις ρε συ πνίγομαι στο σπίτι σου. Ποιο σπίτι δηλαδή, τέλος πάντων.

Εχτές είχε έρθει από δω και μου έλεγε πως είχε πάει στο ικεα να πάρει ένα πάπλωμα που ήθελε και πέτυχε στάση εργασίας των εργαζομένων. Έπρεπε να δεις με τι θαυμασμό μου μιλούσε για αυτούς, όλο μου έλεγε κάτι ‘αν είχα και εγώ ένα δύο ακόμα μαζί θα του λέγαμε και μείς του μαλάκα του αντρέα πως αν δε μας πληρώσεις να το κρατήσεις μόνος σου το καφέ’. Αλλά μόνος σου δε γίνεται φίλε, μου λέει.

Μόνος σου δε γίνεται γενικώς του είπα. Εμ και απλήρωτος εμ και στο δωμάτιο του ψυχιατρείου, δε βγαίνει η ζωή έτσι φίλε. Τι το θελα ρε πούστη και το πα, είδα σε δευτερόλεπτα την απόγνωση στο βλέμμα του. Τις τελευταίες φορές που τον έχω συναντήσει τα μάτια του είναι πάντα λίγο βουρκωμένα, σαν να έκλαιγε λίγο πριν. Τις πρώτες φορές του έκανα πλάκα ρε μαλάκα πότε πρόλαβες και το πιες το τσιγάρο και αυτός γέλαγε κοιτώντας κάτω.

Σκέφτομαι πώς να περάσει η ζωή έτσι. Πας να κάνεις ένα βήμα και σε τσακίζουν από παντού, λες και δεν ήταν δύσκολα έτσι κι αλλιώς. Ψάχνουμε να βρούμε τι θέλουμε σε καιρούς που μόνο τα αναγκαστικά μπορούν να γίνουν. Παλεύαμε που παλεύαμε με τους εαυτούς μας, τις σχέσεις με τους ανθρώπους, με τα όνειρα μας, με τις ζωές μας τώρα παλεύουμε και με τη φτώχεια και την ανεργία. Δεν περνάει η ζωή έτσι. Θέλει και λίγο τόλμη. Να πεις θα φύγω από κει, θα κάνω κάτι που δεν έχω ξανακάνει, θα φέρω τα πάνω κάτω στην αναμπουμπούλα, μόνο σταμάτα να επιτρέπεις στη θηλεία να σε πνίγει. Δε βγαίνει έτσι φίλε.

Προχτές την ώρα που λέγαμε τα καληνύχτα στην πόρτα κάναμε μια αγκαλιά λες και έφευγε μετανάστης. Αυτά παλιά δεν τα ‘κάνε. Τουλάχιστον με όλες αυτές τις μαλακίες που συμβαίνουν κάνουμε μεγάλες αγκαλιές. Καθώς έκλεινα την πόρτα μου είπε κοιτώντας με πάλι με αυτά τα μάτια τα κόκκινα, μην ανησυχείς για μένα ρε, τα λέω για να τα λέω.

 υ.γ. όπως δημοσιεύτηκε στο τεύχος #20 του ηλεκτρονικού περιοδικού babushka

Advertisements