Ώρα βραδινή, Ερμού, ένα παρατεταμένο ω, φλόγες στο χριστουγεννιάτικο δέντρο και τρεχάλα μέχρι την Αιόλου. Θέλουμε να φτάσουμε στη Βουκουρεστίου που είναι οι υπόλοιποι φίλοι μας και δεν υπάρχει τρόπος. Σε όλους τους κάθετους δρόμους δίνονται μάχες, στεκόμαστε στην Αιόλου για λίγο, μιλάμε στα τηλέφωνα, η ατμόσφαιρα μυρίζει δακρυγόνο και καμένο πλαστικό. Ένα παιδί περίπου στην ηλικία μας, μας λέει να μην ανέβουμε το στενό που επιχειρούμε γιατί λέει γίνεται χαμός πιο πάνω. Εκείνος πηγαίνει προς την κατεύθυνση που μας λέει να μην πάμε. ‘Εσύ που πας;’ του γελάμε ‘Ξέρω που πάω’ λέει και φεύγει.

Ώρα πρωινή, ετοιμάζεται να ξεκινήσει μια από τις μαθητικές πορείες των ημερών. Στο πλάι μου έχω τον μεγάλο μου ανιψιό, τότε ετών 13. Φωνάζουμε τα συνθήματα μαζί, τον βλέπω πως παρατηρεί τον κόσμο, πρώτη του φορά σε πορεία, τον βλέπω είναι τα μάτια του ορθάνοιχτα. ‘Οι μαθητές θα πούνε την τελευταία λέξη, αυτές οι μέρες είναι του Αλέξη’, κοιτάω εκείνον, κοιτάω τα υπόλοιπα παιδιά στην πορεία. Θλίψη και αισιοδοξία ταυτόχρονα. Λίγο αργότερα στην ομόνοια ξεκινάει τρέξιμο, αγχώνομαι, παίρνω από το χέρι τον ανιψιό και απομακρυνόμαστε από την πορεία. Στο ύψος της Κοραή ματάδες συλλαμβάνουν μπροστά μας έναν διαπιστευμένο φωτογράφο που τους έπαιρνε φωτογραφίες. Τελικά τον τραβάνε πίσω κάποιοι άνω των 60. Όλοι μαζί σε αυτό. ΟΙ άνω των 60 και οι κάτω των 20. Όλοι μαζί φωνάζουμε συνθήματα. Φωνάζει και ο μικρός. Την επόμενη μέρα η αδελφή μου, μου ‘πε στο τηλέφωνο πως το βράδυ της είχε πει ο ανιψιός μου πως ‘σήμερα ήταν η καλύτερη μέρα της ζωής μου’.

Δούλευα στο κέντρο τότε, ένα δρόμο κάτω από τη σπρίντερ και το ίντερσπορτ που κάηκαν ολοσχερώς. Τα έβλεπα κάθε μέρα, παρ’ όλα αυτά τις συζητήσεις για τα μαγαζιά στο κέντρο και τις σπασμένες βιτρίνες δεν τις καλοκαταλάβαινα. Τι κι αν οι καταστηματάρχες του κέντρου είχαν ήδη αρχίσει να βιώνουν την κρίση, η είδηση δεν  θα ήταν τα μαγαζιά που ερήμωναν. Τα μικρά παλιά μαγαζιά της Αθηνάς και των υπόλοιπων δρόμων με τα εργαλεία, τις κάλτσες, τα υφάσματα και τα καπέλα, που έκλεινε το ένα μετά το άλλο, δεν ήταν είδηση. Τα φώτα ήταν πάνω στα πολυκαταστήματα και τις αλυσίδες που πολύ γρήγορα θα έβρισκαν τον τρόπο να ξανανοίξουν. Ακόμα και τρία χρόνια μετά η είδηση θα ήταν πως οι πορείες καταστρέφουν τα μαγαζιά του κέντρου. Τα δελτία ειδήσεων γεμάτα από εικόνες σπασμένων μαγαζιών, πλιάτσικα και όποιες μαρτυρίες βοηθούσαν στο να μιλάμε για τους κακούς κουκουλοφόρους που φταίνε. Τα είχαν καταφέρει, η ατζέντα είχε αλλάξει.

Διαβάζω μια ιντερνετική συζήτηση που συμμετείχα στις 10 Δεκεμβρίου του 2008. Αυτά που γράφω τότε, μου θυμίζουν αυτά που έγραφα και κατά τη διάρκεια του Συντάγματος το 2011. Οι λέξεις είναι ίδιες. Την ώρα που το ξαναδιαβάζω νιώθω πως επαναλαμβάνονται όλα. Ενώνεται το οχτώ με το δέκα, το οχτώ με το έντεκα, το οχτώ με το δώδεκα. Μοιάζουν όλα να είναι μια αλληλουχία.

Ο Δεκέμβρης του οχτώ είναι ώρες και μέρες στο δρόμο, είναι εικόνες από μεγάλες πορείες, ανατριχιαστικά συνθήματα και φωτιές. Έχει στενοχώρια και θυμό. Έχει παρανοϊκές δηλώσεις για παρεξήγηση και μεμονωμένα περιστατικά. ‘Ο τόπος έχει πλημμυρίσει από επαναστάτες με μπλουζάκια Benetton, αθλητικά Nike και κινητά Nokia και Ericsson. Από καλομαθημένους, δηλαδή, χαβαλέδες που κλαίνε για τα αδιέξοδα της γενιάς των 700 ευρώ’. Η γενιά των 700 ευρώ που έγινε των 586 και των ανέργων. Συζητήσεις, τσακωμοί και μια ανεξήγητη αισιοδοξία πως κάτι μπορεί τώρα να γίνει αλλιώς. Μια αίσθηση πως θα μπορούσαμε να τα αλλάξουμε όλα. Κι αυτό δεν τελειώνει εκεί. Τότε αρχίζει, μαζί με την χρεοκοπία. Το μη-μέλλον έχει ήδη ξεκινήσει.

Για το τέλος παραθέτω το βίντεο ‘Και τι δεν ήταν – Μιλώντας για το Δεκέμβρη του 2008’ που περιέχει όλα αυτά που θέλω να πω, όλα αυτά που κάθε χρόνο τέτοια μέρα με κάνουν να βουρκώνω, που ακόμα θυμώνω.

υ.γ. το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος #21 του ηλεκτρονικού περιοδικού babushka – Κανένας Δεκέμβρης δεν τελείωσε ποτέ.

Advertisements