Η χειρότερη μου μέρα στη σχολική βδομάδα ήταν αυτή που ερχόταν ο μαθηματικός. Δε φτάνει που δεν τα άντεχα στο σχολείο έπρεπε να κάνω και στο σπίτι μπας και σταματούσα να φέρνω αυτά τα κάτω από τη βάση. Με το που τελείωνε το μάθημα και τον ξεπροβόδιζα, είχα επιτέλους λίγο χρόνο να μιλήσω με τις φίλες μου στο τηλέφωνο.  Να πούμε τα πιο σημαντικά, τα ερωτικά, να ακούσω τις αγαπημένες μου κασέτες, να γράψω όλα αυτά που δεν έλεγα την ώρα που θεωρητικά, πάντα, διάβαζα για το σχολείο.

Στο σχολείο γκρίνιαζα, μάλωνα με τους καθηγητές, με ενοχλούσαν αυτοί με τις μίζερες φάτσες που δεν τους άρεσε αυτό που έκαναν, αυτοί που ειρωνεύονταν, οι πολύ αυστηροί. Δεν άντεχα αυτούς που ξεχώριζαν τους καλούς μαθητές. Αυτούς που έβλεπαν κακούς μαθητές και κακά παιδιά , αυτούς που φώναζαν σαν υστερικοί. Καταπιεζόμουν εκεί μέσα.

Δεν ήθελα να δώσω Πανελλήνιες, τις θεωρούσα θηλιά στο λαιμό. Για να δώσω για ψυχολογία έπρεπε να διαβάζω 3 χρόνια αρχαία, να παπαγαλίσω 4 μαθήματα για τουλάχιστον 2 χρόνια και μετά σε 3 ώρες να πιάσω τη βάση που χρειάζεται για να περάσω. Και αν ήθελα να σπουδάσω χορό και ψυχολογία; Έπρεπε να ‘μαι σε δυο σχολές ταυτόχρονα. Ή να είχα γονείς που να μου έλεγαν ένα από τα δυο και με αυτόν τον τρόπο.

Τρία χρόνια προετοιμασίας παράλληλα με το σχολείο. Φροντιστήρια και ιδιαίτερα γιατί αλλιώς δεν περνάς εκεί που θες. Στο σχολείο θα κάνεις θρησκευτικά και στο σπίτι θα παπαγαλίζεις ιστορία δέσμης. Να θεωρείται δεδομένο πως το σχολείο δεν αρκεί για να περάσεις στο πανεπιστήμιο. Να το δεχόμαστε όλοι. Τότε μου φαινόταν κυρίως καταπιεστικό τώρα μου φαίνεται παντελώς παρανοϊκό.

Εσύ μπορείς να μην τα χες αυτά, να χες άλλα. Όλοι κάτι είχαμε, ανησυχίες, άγχη μαζί με όνειρα και μια ζωή που θα κυλούσε κινηματογραφικά.

Φαντάσου να ήμασταν δεκαπέντε δεκάξι τώρα. Κομμένα τα ιδιαίτερα και τα φροντιστήρια ή ο χορός και τα αθλήματα. Χωρίς επιλογές, με παραπάνω πίεση να περάσεις στην πόλη που έχετε το σπίτι, να περάσεις σίγουρα γιατί αν βγεις τώρα για δουλειά ούτε 400 ευρώ δε θα πάρεις. Γονείς υπεράνθρωποι ή εξαφανισμένοι για να μπεις εσύ σε μια σχολή που σκέφτηκες στα δεκάξι σου ότι μπορεί και να θες. Να πρέπει να αποφασίσεις σήμερα για εφτακόσιες-τριάντα μέρες μετά. Αυτή σου η απόφαση να είναι σοβαρή, υπεύθυνη και να είσαι έτοιμος να ιδρώσεις. Το βάρος ενός κράτους, που καταρρέει, στα 16χρονα και η τιμωρία στους γονείς και τους δασκάλους τους.

Να σε πιέζουν να αποφασίσεις στα δεκάξι σου τι θες να σπουδάσεις και η μόνη σου επιλογή να είναι να τα καταφέρεις. Δεν χωράει ούτε η αποτυχία. Όσο θα διαβάζεις κάποιοι άλλοι θα ληστεύουν τα όνειρα σου. Πολιτικοί, δημοσιογράφοι και ειδικοί με άσπρα δόντια θα σου λένε να κάνεις την κρίση ευκαιρία, να μην είσαι μίζερος, να μιλήσεις για επιχειρηματικότητα και ανάπτυξη. Τι κι αν εσύ μπορεί να σκέφτηκες για λίγο το ΦΠΨ.

Και όταν τελειώσεις να σε περιμένει το 56 τοις εκατό ποσοστό ανεργίας.  Με το 56% ο πρωθυπουργός λέει πως η Ελλάδα τώρα ξεκινάει. Εσύ, ο γιός σου, ο ανιψιός σου ή όποιος ξέρεις κάτω από 25 στην καλύτερη να τα παίρνετε μαύρα και περιστασιακά από καμιά καφετέρια που ξεπετάχτηκε στην πλατεία.  Εκτός και αν δεχτείς τους ανταγωνιστικούς τους όρους. 10ώρο ή και χωρίς νούμερο μπροστά, 680 μεικτά, να σου λένε ατάκες από άλλο γαλαξία και εσύ να χαμογελάς. Διάβασε ,αποφάσισε ,ίδρωσε και μετά διάλεξε καταραμένη φτώχια ή ζωή στο σκοτάδι;

Τίποτα από τα δυο. Καμία τέτοια επιλογή. Να μιλάς για τον έρωτα, να κάνεις καυγάδες για  τους βαθμούς και τους καθηγητές, να μην ξέρεις τι θες. Τα χρονοδιαγράμματα τους να μη σου κάνουν. Να δεις τι θες, σε τι είσαι καλός, να δοκιμάσεις, να προσπαθήσεις, να σταματήσεις ,να ξεκινήσεις κάτι άλλο. Και ξανά από την αρχή.

 υ.γ. το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος #22 του ηλεκτρονικού περιοδικού babushka

Advertisements