(έφυγε που λες ο αδελφός την Παρασκευή. Στο καράβι έγραψε το παρακάτω κείμενο και εγώ με την άδεια του το δημοσιεύω εδώ.)

«Πότε θα ξεκαθαρίσεις τα πράγματα σου;» «Πότε θα αδειάσεις τα συρτάρια σου;» «Πότε θα μαζέψεις όλα αυτά τα πράγματα για την αποθήκη;» Πότε, πότε, πότε; Αυτή ήταν η γυναίκα μου που δικαίως αναρωτιόταν πότε θα έμπαινα στο παιχνίδι της προετοιμασίας για την μεγάλη μας φυγή από τη χώρα. Εγώ από την άλλη σε κόντρα με όλον αυτόν τον πανικό απαντούσα και γλίτωνα κάθε φορά με διάφορα τεχνάσματα. Την μία κάτι είχα να κάνω με τις μικρές, την άλλη ήμουν λιώμα, κουρασμένος, την άλλη είχαμε κάτι πιο σημαντικό να κάνουμε.

Μια βδομάδα περίπου πριν, μπαίνω επιτέλους στη διαδικασία ξεσκαρταρίσματος των προσωπικών μου ντουλαπιών. Ήταν ακριβώς όπως το περίμενα. Δύσκολο και επώδυνο. Φωτογραφίες παλιές με αγαπημένα πρόσωπα, αναμνηστικά από διάφορες στιγμές και εκδρομές, αξεσουάρ που σου θυμίζουν από την μία πόσο χαρούμενος ήσουν τότε που τα είχες αποκτήσει και από την άλλη πόσο περιττά ήταν τελικά. Ένα σωρό από αθλητικά στιγμιότυπα, μετάλλια και πινς καταχωνιασμένα σε κουτιά που αν δεν υπήρχαν οι μετακομίσεις θα έμεναν εκεί για πάντα θαμμένα.

Η διαδικασία κύλαγε σχετικά ομαλά μέχρι που βρήκα το ημερολόγιο της μητέρας μου. Σε κλάσματα δευτερόλεπτου βούρκωσα, δεν γίνονταν να σταματήσω με τίποτα. Γύριζα τις σελίδες και μου έρχονταν στο νου όλες εκείνες οι αλησμόνητες  τελευταίες της μέρες στο νοσοκομείο. Διάβαζα μία-μία τις σημειώσεις με αποκορύφωμα αυτή της μέρας που τελικά πέθανε. Εκείνη τη μέρα είχε γράψει η μεγάλη μου αδελφή στο ημερολόγιο  «κοιμάται συνέχεια». Δάκρυα, δάκρυα, δάκρυα και μια τεράστια ανάγκη για αγκαλιά. Η γυναίκα μου μάζευε τα δικά της κομμάτια από τον επάνω όροφο και ήταν ήδη σμπαράλια από τα δικά της. Αρπάζω αμέσως το κινητό μου και στέλνω μήνυμα στις αδελφές μου. Η διαδικτυακή αγκαλιά ήρθε online και πραγματικά ένοιωσα αμέσως την ζεστασιά της. Τι ωραία είναι να έχεις τόσο κοντά ανθρώπους που να μπορείς να μοιραστείς τόσο ζόρικες καταστάσεις. Τι ωραία να μπορείς να αγκαλιαστείς μόνο με ένα μήνυμα.
Αφού ηρέμησα και τελείωσα με το συγκεκριμένο ξεσκαρτάρισμα έφτασε η ώρα να τα μεταφέρω στην αποθήκη. Είχε έρθει μαζί μου εκείνο το απόγευμα ο Λούα που την επομένη θα έφευγε με κομβόι για την Γερμανία. Είχε προσφερθεί μόνος του να βοηθήσει μόλις του είπα ότι φεύγω.
Φορτώνουμε το αυτοκίνητο και πάμε παρέα στην αποθήκη. Στη διαδρομή μου έλεγε για την απόφαση του να φύγει για τη Γερμανία και με ρώταγε πως και από που θα μπορούσε να έρθει κάποια στιγμή εκεί που θα πήγαινα και εγώ. Μόνο θαυμασμό ένιωθα και νιώθω για τον Λούα που στα οχτώ του έφυγε από το Πακιστάν και μετά από δυο χρόνια κατάφερε να φτάσει στην Ελλάδα. 18 άτομα τα κατάφεραν από τα 200 που είχαν ξεκινήσει.  Στο ποτάμι, μου είπε,  ότι πέθαναν οι πιο πολλοί. Έπρεπε να το περάσουν χειμώνα που ήταν φουσκωμένο και από τους 80 που το δοκίμασαν πέρασαν οι 18, οι 62 πνίγηκαν. Έμεινε Ελλάδα 10 χρόνια στέλνοντας όλα του τα χρήματα πίσω στην οικογένεια του. Τώρα όμως έπρεπε να ξανά φύγει. Έπρεπε να πάει σε κάποιο μέρος που θα μπορούσε να βρει πιο εύκολα δουλειά και που θα μπορούσε κάποια στιγμή να γίνει νόμιμος προκειμένου να ταξιδέψει έστω για μία φορά πίσω στη χώρα του να δει την μαμά του πριν πεθάνει αφού όπως συνέχισε ήταν μεγάλη . Είναι 45 χρονών.  Με 1300 ευρώ, μία βαλίτσα με ρούχα και ένα χαρτί με λέξεις στα Γερμανικά που του έγραψε η αδελφή μου,  ήταν έτοιμος για Γερμανία.
Μετά με ρώτησε γιατί θα φύγουμε εμείς αλλά δεν μπορούσα να του εξηγήσω. Ντρεπόμουν τόσο πολύ για τους λόγους που εγώ έφευγα. Ντρεπόμουν τόσο πολύ που μέσα στο αυτοκίνητο είχα τόσα περιττά πράγματα και τώρα τα πήγαινα στην αποθήκη μάλλον για να μην τα ξανά πάρω ποτέ. Ντρεπόμουν τόσο πολύ που ήμουν ένας τυχερός δυτικός. Με κάποιον τρόπο του εξήγησα γιατί φεύγουμε και με ένα μόνο βλέμμα του έδειξε να με καταλαβαίνει.
Στην αποθήκη ξεκίνησε το ξεφόρτωμα. Σε 15 λεπτά τα είχαμε τοποθετήσει όλα στο σημείο που έπρεπε, ανάμεσα στα πράγματα του πεθερού μου και στα λευκά κουτάκια με τις πορσελάνες και τα τσατσούμα του πατρικού μου σπιτιού. Η μυρωδιά της κλεισούρας με έκανε να ψάξω μήπως υπάρχει κάποιο παραθυράκι που θα μπορούσα να ανοίξω για να αερίζεται. Στην άλλα άκρη της αποθήκης βρίσκεται η παιδική μου βιβλιοθήκη  με το γραφείο. Πήγα στο πλάι της για να δω τα εφηβικά μου αυτοκόλλητα . Τα αυτοκόλλητα αυτά με γυρίζουν τόσα χρόνια πίσω που πάλι σπάω. Το δικό μου «πίσω» έχει θλίψη και ανασφάλεια που θα μπορούσα να κλαίω συνέχεια. Φοράω γρήγορα τα γυαλιά μου για να «κρυφτώ» αλλά συνεχίζω. Βλέπω τα αυτοκόλλητα ένα-ένα και κλαίω. Το Porsche μου το είχε δώσει ένας φίλος του πατέρα μου από τη Γερμανία, το ανθρωπάκι με την μπάλα το είχα πάρει από την Ιταλία. Όλα τα αυτοκόλλητα είχαν την αξία τους για εμένα, ακόμη και αυτά που δεν θυμόμουν από που τα είχα πάρει.

Γυρίζω το κεφάλι μου από την άλλη και βλέπω τα κουτιά από το πατρικό μου. Βίντεο κασέτες πεταμένες στο πάτωμα. Η ζωή μου στο πατρικό μου λέω από τη μία και δίπλα η άλλη μου ζωή, η μετά, που τόσο περήφανος αλλά και ανασφαλής ήμουν γι αυτήν. Πιο δίπλα η ζωή του πεθερού μου που γαμήθηκε τελείως. Σε μία κολώνα λίγο πιο μπροστά μερικά κουτιά και ένα τραπεζάκι από τη ζωή της αδελφής μου στο καταθλιπτικό Γέρακα. Ακριβώς πίσω, μνήμες μια χλιδής που δεν υπάρχει πια. Όλα εκεί, όλες οι ζωές και οι φάσεις της με τίτλο « στεναχώρια». Τα δάκρυα μου τρέχουν δεξιά και αριστερά από τα γυαλιά μου και εγώ ψάχνω να δω που είναι ο Λούα για να μη με δει.

Δεν είναι πουθενά όμως γιατί με περιμένει στο αυτοκίνητο. Γι αυτόν δεν είναι παρά μόνο μία αποθήκη με περιττά πράγματα. Δεν νομίζω καν να μπορούσε να καταλάβει την χρήση της.
Προσπαθώ να ηρεμήσω και σιγά σιγά πάω προς τα έξω. Κλειδώνω αλλά δεν τα έχω βάλει όλα μέσα, ακόμη είμαι πολύ φορτισμένος και κάποια δάκρυα συνεχίζουν και τρέχουν. Προσπαθώ να κλειδώσω μέσα στην αποθήκη όλα όσα ένοιωσα αλλά μου είναι αδύνατον. Μπαίνω μέσα στο αυτοκίνητο και προσπαθώ να κρυφτώ από τον Λούα. Κοιτάζω δήθεν από την άλλη και αποφεύγω να μιλήσω για να μην με καταλάβει. Ντρεπόμουν πάλι. Ντρεπόμουν για το πόσο ευαίσθητος ήμουν και για το γεγονός ότι είχα δίπλα μου τον μεγαλύτερο ίσως αγωνιστή που έχω γνωρίσει και ενώ αυτός είναι 18 χρονών ήταν σκληρός σαν βράχος, ενώ εγώ στα 39 μου έκλαιγα σαν μωρό. Λίγο πριν φτάσουμε στον σταθμό για να τον αφήσω πήρα το θάρρος να γυρίσω και να τον αντικρίσω. Με κοιτάζει με ένα βλέμμα τόσο δυνατό που αυτόματα μπήκαν όλα τα δάκρυα που έτρεχαν πίσω στη θέση τους. Εκείνη ακριβώς την στιγμή ένοιωσα ότι κλείδωσα για τα καλά την αποθήκη. Μία αποθήκη γεμάτη με ένα σωρό συναισθήματα που κάθε φορά που πατάω το πόδι μου ζορίζομαι όλο και περισσότερο αφού συνήθως αφήνω πράγματα παρά παίρνω .
Σε αυτή την αποθήκη συναισθημάτων θα ήθελα να μπω την επόμενη φορά για διαφορετικό λόγο.

Σταύρος

Advertisements