Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που τρέχεις κυκλικά στο σπίτι του παππού στα Σελίνια. Είναι νωρίς το απόγευμα, ο παππούς μόλις πότισε και η γιαγιά ετοιμάζει στο μικρό τηγανάκι το απογευματινό αβγό. Η μάνα της, κι αυτή Σμυρνιά, έκανε το πιο νόστιμο τηγανητό αβγό του κόσμου. Αυτή τη συνταγή δεν θα τη βρεις σε κανένα βιβλίο μαγειρικής. Περιμένεις να σε φωνάξει όταν θα είναι έτοιμο και εσύ μέχρι τότε κοιτάς από πάνω τη δεξαμενή.  Αναρωτιέσαι πως γίνεται να είναι αλήθεια αυτή η ιστορία που σου λένε. Πως γίνεται να κολύμπησε στη δεξαμενή η μαμά σου και ο θείος σου; Αυτά τα καλοκαίρια θα τα νοσταλγείς ως το τέλος.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που κλαις όταν φτάνει τρεις.  Διαπραγματεύεσαι τα πάντα αρκεί να κερδίσεις την ελευθερία σου αυτό το μεσημέρι. Πόσες φορές χρειάζεται να πεις «Δε νυστάζω» για να σε πιστέψουν; Δε θες να κάνεις ησυχία, δε θες να κοιμηθείς, δε θες καν να είσαι στο σπίτι. Τώρα συμβαίνουν όλα, μα γιατί δεν το καταλαβαίνουν;

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που κάνεις πρώτη φορά έρωτα. Πήγες μόνη σου διακοπές. Εσύ και αυτός. Δε θέλετε να βγείτε από το δωμάτιο. Δεν έχει τίποτα άλλο σημασία, μόνο να κάνεις έρωτα εσύ με αυτόν. Θα άξιζε να περιμένεις μια ολόκληρη ζωή για αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Την πρώτη στιγμή που αυτός που ερωτεύτηκες μπαίνει μέσα σου.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που η μάνα σου είναι άρρωστη στο κρεβάτι. Ξέρεις πως αυτό είναι το τελευταίο σας καλοκαίρι. Πηγαίνεις μέχρι το Φάληρο και λες στη θάλασσα όσα δε μπορείς να πεις σ’ αυτήν. Τη ρωτάς «πως θα τα καταφέρω χωρίς εσένα;» και εκείνη σηκώνει κύμα.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που χωρίζεις στις διακοπές. Κοιμάστε σε διαφορετικά κρεβάτια αλλά δε φεύγετε από το νησί. «Οι διακοπές θα συνεχιστούν κανονικά», είπατε και υπογράψατε τη συνθήκη της Μήλου. Κοιτάς τα ζευγάρια που φιλιούνται στα πλακόστρωτα σοκάκια της Πλάκας και εσύ αισθάνεσαι ανακούφιση. Μερικές φορές νιώθεις ανακούφιση που δεν θα είσαι πια μαζί με τον άλλο μετά από αυτές τις διακοπές.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που περπατάς στην άσφαλτο της πόλης και καίγονται τα πόδια σου μέσα από το πλαστικό της σαγιονάρας. Είσαι σε μια πόλη μεγαλύτερη από αυτή που μεγάλωσες, μετακομίζεις στο εξωτερικό. Έχεις τρείς μέρες περιθώριο να βρεις το σπίτι που θα περάσεις αυτόν και ίσως και τον άλλον χειμώνα. Πριν από λίγες μέρες έχουν βάλει βόμβες στο μετρό και στα λεωφορεία και αποφασίζεις να καλύψεις όλες τις αποστάσεις με αυτές τις σαγιονάρες. Σου είπαν πως πάντα βρέχει σε αυτήν την πόλη, δε σου μίλησαν για τον ήλιο. Όλα αυτά που σου είπαν για την πόλη αυτή θα αποδειχθούν ανοησίες γιατί κανείς δε σου είπε το πιο σημαντικό. Κανείς δε σου είπε για την ελευθερία που νιώθεις όταν περπατάς στους δρόμους της με ήλιο.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που τα περνάς σε πάρκα με δέκα βιβλία στην τσάντα που πρέπει να διαβάσεις για αυτήν την εβδομάδα. Απλώνεις το παρεό σου στο χορτάρι, βγάζεις τα βιβλία για να ξεκινήσεις. Έχεις διορία τρείς μήνες, όσο διαρκεί το καλοκαίρι. Βολεύεις το κεφάλι σου στην τσάντα, ανοίγεις το πρώτο βιβλίο αλλά δεν γίνεται να συγκεντρωθείς. Οραματίζεσαι πως βουλιάζει το σώμα σου στην άμμο, η λίμνη του πάρκου ακούγεται σαν θάλασσα.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που το σώμα σου βουλιάζει στην άμμο και εσύ θες να περπατήσεις στην πόλη. Θες να μυρίσεις την αποβάθρα του μετρό, θες να κάτσεις για μπύρες πλάι από το ποτάμι, θες να απλώσεις το παρεό σου στο χορτάρι. Οραματίζεσαι πως μπαίνεις στο αεροπλάνο και φεύγεις. Φεύγεις από όλες τις παραλίες, ξεσκονίζεις την άμμο από παντού, φοράς τα κλειστά σου παπούτσια και περπατάς στο Shoreditch.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που μόλις έχεις ξεκινήσει την καινούρια σου δουλειά. Τόσες συνεντεύξεις, τόσα βιογραφικά, επιτέλους σε προσέλαβαν. «Δεν έχετε άδεια» αυτό το καλοκαίρι σου είπαν και εσύ είπες «Δεν πειράζει, του χρόνου». Τώρα είσαι στο γραφείο και η κολλητή σου μόλις μπήκε στο πλοίο για τις Κυκλάδες. Σκέφτεσαι αν υπάρχει καμιά καλοκαιρινή αργία. Τι πήγες και έκανες, γαμώ τα λεφτά.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που κάθεσαι με τους φίλους σου στο Κλουβί και σου λένε πως δεν ξέρεις από καλοκαίρια και πως ποτέ δεν θα καταλάβεις τον Βακαλόπουλο.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που φοράς κλειστά παπούτσια και τρέχεις σε μια πλατεία να αποφύγεις το ξύλο. Μιλάς με τους φίλους σου στα τηλέφωνα να δεις αν είναι καλά και κάθεσαι να ηρεμήσεις στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Δυο διμοιρίες με μηχανές χτυπάνε στο ψαχνό όποιον κάθεται. Τρέχεις στη Μητσαίων, πνίγεσαι, βήχεις, τσούζουν τα μάτια σου, δε βλέπεις που να πας, κρύβεσαι πίσω από θάμνους σε ένα παρκάκι. Εσύ και άλλοι δέκα με άσπρα πρόσωπα. Αυτό το καλοκαίρι λες, θα αλλάξουν τα πάντα.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που η ζωή σου αλλάζει για πάντα. Νομίζεις πως δε θα τη βγάλεις καθαρή φέτος. Μερικές στιγμές σου κόβεται η ανάσα. Φοβάσαι τα πάντα. Φοβάσαι το σκοτάδι, φοβάσαι τη μοναξιά, φοβάσαι το θάνατο αλλά κυρίως φοβάσαι τη ζωή. Δε μπορείς να φανταστείς πως θα περάσει αυτό το καλοκαίρι. Το ξέρεις από τώρα πως είναι το χειρότερο καλοκαίρι της ζωής σου. Τα βράδια εύχεσαι κάτι να γίνει και να τα δεις αλλιώς. Και τελικά το καλοκαίρι περνάει. Είσαι ακόμα ζωντανός. Τα κατάφερες. Το επόμενο καλοκαίρι μπορεί να καταφέρεις να φτάσεις στη θάλασσα. Όλοι σε ρωτάνε που πήγες και εσύ θες να απαντήσεις «πιο μέσα». Από αυτά τα καλοκαίρια δεν έχεις φωτογραφίες, δεν μπορούσες να αποθανατίσεις καμία στιγμή. Τώρα ξέρεις πως αυτά είναι τα καλοκαίρια που έμειναν πιο πολύ.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που δεν έχεις ούτε μια φωτογραφία.

υ.γ.  (μέσα στο χειμώνα) είπα να ανεβάσω το κείμενο που γράφτηκε για το πέμπτο τεύχος του μπαχάρ* με θέμα “καλοκαίρι”

Advertisements