Πριν κάποια χρόνια περπατούσα μέσα στην Πλάκα πηγαίνοντας να δω, για δεύτερη φορά, ένα σπίτι που σκεφτόμουν με την τότε συγκάτοικο μου να νοικιάσω. Στο δρόμο έκανα υπολογισμούς για το αν θα βγαίνω και πως θα μπορώ να ανταπεξέλθω μιας και το νοίκι θα ήταν πιο μεγάλο. Μπροστά μου ήταν μια παρέα κάποιων 17άρηδων και θυμάμαι να τους προσέχω γιατί μπορούσα να διακρίνω στα πρόσωπα τους το κέφι που είχαν για αυτή  τη βόλτα τους. Μου θύμιζαν τις δικές μου πρώτες βόλτες στο κέντρο που ήταν τόσο μεγάλη υπόθεση. Νιώθαμε τόσο μεγάλοι, τόσο ανεξάρτητοι που μπορούσαμε να κατέβουμε στο κέντρο για βόλτα. Λίγο πριν τους προσπεράσω και ενώ ήμουν αρκετά κοντά τους, νιώθω τη μια κοπέλα της παρέας να πέφτει πάνω μου. Ασυναίσθητα απλώνω το χέρι μου να την πιάσω για να καταλάβω κάποια δευτερόλεπτα αργότερα πως παθαίνει κάποια είδους κρίση. Θυμάμαι τα αγόρια της παρέα της να παγώνουν, τη μια φίλη της να φωνάζει βοήθεια κλαίγοντας. Ήμουν από πάνω της, την έβλεπα να βγάζει αφρούς από το στόμα της, δεν ήξερα τι να κάνω, δεν ήξερα πώς να τη βοηθήσω. Δεν ήξερα αν είναι κρίση επιληψίας ή κάτι άλλο. Θυμάμαι κάποια γυναίκα να βγαίνει από ένα μαγαζί και να ρωτάει επίμονα τους φίλους της αν η κοπέλα είναι επιληπτική και αυτοί να μην ξέρουν. Σιγά, σιγά άρχισε να συνέρχεται, λίγο αργότερα έφτασε και το εκαβ. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ κάποιον να παθαίνει κρίση επιληψίας αλλά θυμάμαι την ταραχή μου και την αίσθηση της ανημποριάς που ένιωθα. Δεν θυμάμαι να πήγα ποτέ σε αυτό το ραντεβού για το σπίτι. Νομίζω πήρα τη συγκάτοικο και της είπα να το ακυρώσουμε. Δε μπορούσα να δω κανένα σπίτι, δε μπορούσα να κάνω κανέναν υπολογισμό για λεφτά, νοίκια και τετραγωνικά.

Λίγα χρόνια αργότερα, έναν δεκαπενταύγουστο που ήξερα πως οι φίλες μου βρίσκονται σε κάποια παραλία με σκηνές χτύπησε το τηλέφωνο. Ο κολλητός τους είχε πάθει επιληπτική κρίση μέσα στην θάλασσα και δεν βγήκε ποτέ από αυτήν. Θα γύριζαν τον φίλο τους σε ένα κασόνι γαμώ την ατυχία μας. Δεν ήταν σε αγωγή, δεν ήθελε να παίρνει τα φάρμακα του, μεγάλη ιστορία. Ο θάνατος του θα φέρει στα πρόσωπα των φίλων μου ατελείωτη θλίψη για χρόνια. Θα μου διηγηθούν αρκετές φορές τις στιγμές εκείνες, τι τους έλεγε το προηγούμενο βράδυ, το ίδιο πρωί. Για χρόνια θα έχω έναν μικρό φόβο μέσα μου για όλα αυτά που μπορούν να μας συμβούν στις διακοπές, τη στιγμή που δεν το περιμένεις. Ταυτόχρονα όμως μέσα μου λειτουργούσε σαν ξυπνητήρι του τώρα. Μου θύμιζε την αξία της στιγμής. Αυτού που ζούμε τώρα. Να θυμόμαστε να ζούμε τώρα.

Πριν από περίπου δύο μήνες και ενώ ο σκύλος κοιμόταν κάτω από τα σκεπάσματα, όπως συνηθίζει, άρχισε να κουνιέται κάπως ακανόνιστα. Σήκωσα το πάπλωμα και τον είδα να τραντάζεται και να κοκαλώνει. Στην προσπάθεια του να κάνει βήμα, έπεφτε και κοκάλωνε. Το βλέμμα του παγωμένο. Εγκεφαλικό ή φόλα, σκέφτηκα. Άρχισα να ανακαλώ τι είχε φάει όλη μέρα, αν τον είδα να αρπάζει τίποτα από το δρόμο. Τίποτα. Καθώς μιλούσα με τον κτηνίατρο, έπαθε μια μεγαλύτερη κρίση. Άρχισε να χτυπιέται στο πάτωμα. Του έφυγαν ούρα, έκανε εμετό, οι κόρες του διεσταλμένες, το βλέμμα παγωμένο. Λίγες μέρες και κάμποσες εξετάσεις αργότερα, ο κτηνίατρος θα μας μιλήσει για την άτυπη επιληπτική κρίση. Δεν ήξερα πως παθαίνουν και τα ζώα επιληψία.

Χτες το απόγευμα έπαθε μια δεύτερη κρίση. Καθόμασταν αγκαλιά στο καναπέ μέχρι που έχωσε τη μουσούδα του στη μασχάλη μου. Τον έσπρωξα λίγο για να δω τι συμβαίνει και είδα πάλι αυτό το βλέμμα. Πρόλαβα να σκεφτώ ένα «όχι ρε γαμώτο».  Όσες λεπτομέρειες και να γράψω για την ώρα της κρίσης δε νομίζω να μπορέσω να μεταφέρω τον τρόμο, την ταραχή, τη στεναχώρια. Με καθησυχάζει η σκέψη ότι εκείνος δεν έχει συνείδηση της ώρας της κρίσης ή έτσι τουλάχιστον μου είπε ο γιατρός. Όμως εγώ έχω. Και δε μπορώ να τη σταματήσω τη γαμημένη. Δε μπορώ να τη διακόψω, δεν μπορώ εκείνα τα δραματικά δευτερόλεπτα να κάνω τίποτα. Μόνο τον συγκρατώ για να μη χτυπήσει και  του λέω πως θα περάσει.

Οι άνθρωποι που ζουν χρόνια με την επιληψία, οι δικοί τους άνθρωποι είναι όλοι ήρωες στα μάτια μου. Όχι μόνο για αυτό που αντέχουν εκείνα τα λεπτά αλλά και για τη δύναμη ψυχής που χρειάζεται να μπορείς να μη ζεις με το φόβο αυτού. Σε ένα site για την επιληψία στους σκύλους αναφέρει ξανά και ξανά «να μη ζεις για τις κρίσεις, να ζεις με τις κρίσεις». Δεν είναι εύκολο να βγάλεις από το μυαλό σου το φόβο μιας επόμενης κρίσης. Θα ναι τώρα που λείπω, θα ‘ναι απόψε το βράδυ, θα ναι σε 2, σε 4 μήνες;

Η επιληψία είναι μια σχετικά ρυθμιζόμενη αρρώστια. Αντιμετωπίζεται φαρμακευτικά από τα λίγα που γνωρίζω. Κάπως έτσι ισχύει και με τα ζώα. Αν η συχνότητα των κρίσεων είναι τέτοια τότε θα ξεκινήσει μια σταθερή αγωγή κλπ κλπ. Υποθέτω κάποια στιγμή και αν συνεχίσουν οι κρίσεις, δεν θα είναι τόσο τρομακτικό. Ίσως να αποκτήσω κάτι σαν ψυχική ανοσία ή κάτι. Ίσως να πρέπει να ξαναδιαβάσω το βιβλίο του Ζουμπουλάκη για την αδελφή του, δεν ξέρω αν αντέχω τώρα. Σήμερα το πρωί είναι όλα κανονικά. Σαν να μην έγινε τίποτα χτες. Αυτό είναι το περίεργο με την επιληψία στα σκυλιά. Μετά την κρίση ίσως υπάρχει ένα μούδιασμα, που κι αυτό φεύγει και το σκυλί επανέρχεται κανονικά. Τον κοιτούσα στην πρωινή βόλτα και ήταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Η ζωή συνεχίζεται κανονικά. Μόνο που έχεις μια τρυπίτσα ακόμα στην καρδιά σου. Και ανταπεξέρχεσαι σχεδόν πάντα. Σαν να μπορείς να τα αντέξεις όλα. Και ζεις με τις κρίσεις και όχι γι’ αυτές, γιατί έτσι είναι η ζωή.

«Η αρρώστια, η δική σου και των άλλων, σε οδηγεί να εκτιμάς την αξία των πιο κοινών και καθημερινών πραγμάτων της ζωής και ταυτόχρονα να σχετικοποιείς, χωρίς να μηδενίζεις, τη σημασία άλλων, που θεωρούνται σημαντικά»  (Η αδελφή μου, Στ. Ζουμπουλάκης)

Advertisements