τομπλεκουτι

Αυτός, πρόσφυγας από τη Μίλητο, εκείνη από τη Σμύρνη. Γνωρίστηκαν στα προσφυγικά στη Νίκαια. Ούτε που ξέρει αν γνωρίστηκαν μετά τον αρραβώνα ή πριν. Εκείνη τους έλεγε στα γεράματα πως αγαπούσε άλλον αλλά ποτέ δεν είπε γιατί δεν τον παντρεύτηκε. Ποιος ξέρει πια. Ούτε πως έγινε το προξενείο ξέρει. Ξέρει μόνο πως δεν ερωτεύτηκε ο ένας τον άλλο. Έζησαν μαζί πάνω από εξήντα χρόνια. Δεν θυμάται να τους είδε ποτέ να φιλιούνται στο στόμα αλλά δεν θυμάται να τους είδε και ποτέ να μαλώνουν στα σοβαρά. Θυμάται πως από το ’90 και μετά, ο παππούς έλεγε στη γιαγιά, όταν αυτή του γκρίνιαζε «θα σε αφήσω και θα βρω μία σαν τη Μιμή». Η γιαγιά γελούσε και του έλεγε «ναι, εσένα θα πάρει η Μιμή». Μέχρι εκεί έφταναν οι γκρίνιες τους και οι τσακωμοί τους. Στο μυαλό της όμως ήταν πάντα ο παππούς και η γιαγιά που είναι αγαπημένοι. Η αγάπη εξάλλου δεν περνάει πάντα από τον έρωτα.

Αυτός, παιδί προσφύγων από το Αϊβαλί, φτωχός. Ζούσε στην Κοκκινιά, με τον πατέρα και τον αδελφό του.  Εκείνη ζούσε στη Νίκαια, είχε μια κάποια προίκα και ρούχα που της έφερνε ο εκτελωνιστής αδελφός της από το εξωτερικό. Εκείνη ήθελε έναν ναυτικό που έμενε πιο δίπλα, αλλά ο πατέρας της δεν τον ήθελε. «Οι γυναίκες των ναυτικών» δυστυχούν της έλεγε. Τον άντρα που θα παντρευόταν τον γνώρισε την ημέρα που τον αρραβωνιάστηκε. Τον κοίταξε και δεν της άρεσε. Ήταν κοντοκουρεμένος και φορούσε ένα παντελόνι με πιέτα. Η μόδα ήθελε τους άντρες με μακρύ μαλλί και καμπάνα παντελόνι. Πως είναι άραγε να βρίσκεσαι ξαφνικά σε ένα σπίτι που δεν ξέρεις, με έναν άντρα που δεν ξέρεις απλά γιατί κάποιος άλλος τον βρήκε τίμιο και όχι τεμπέλη. Όπως και να είναι έμειναν μαζί μέχρι τον θάνατο της, περίπου 35 χρόνια.

Η γιαγιά της και η μάνα της. Γυναίκες που δεν ερωτεύτηκαν ποτέ. Μερικές φορές ελπίζει να ερωτεύτηκαν κάποιον παράφορα και να μην το έμαθε αυτή. Όταν άδειαζε τα σπίτια τους αφού πέθαναν κι οι δύο, ήλπιζε να βρει ένα κουτί, σε κάποια ντουλάπα και να αποκαλυφτεί το μεγάλο μυστικό. Να αποκαλυφθούν οι κρυφοί τους έρωτες. Όμως δεν βρήκε ποτέ τίποτα.

Κάθε δικός της έρωτας είχε πάντα μέσα του ένα βαθύ, άτυπο χρέος απέναντι σε αυτές τις γυναίκες. Ένα «θα ερωτευτώ και για σας». Μόνο που όσο και να ερωτευόταν αυτή,  εκείνες δεν θα μπορούσαν ποτέ να νιώσουν όλο τους το σώμα να ανατριχιάζει από ένα «σε έχω ερωτευτεί». Η έλλειψη έμοιαζε να είχε διαπεράσει τρεις γενιές.

Πήγε στο δωμάτιο που θα έβαζε το γραφείο. Οι περισσότερες κούτες ήταν ακόμα κλειστές. Τράβηξε κοντά της μια που έγραφε «Αναμνηστικά». Μέσα εκεί, θυμάται να βάζει ένα μπλε κουτί παπουτσιών,  που περιείχε τα ερωτικά ραβασάκια από το λύκειο και κάτι σκόρπιες κάρτες και γράμματα. Άνοιξε την κούτα και το μπλε κουτί με τα ραβασάκια δεν ήταν εκεί. Τράβηξε κοντά της και άνοιξε μια άλλη κούτα που έγραφε «Χαρτούρες για γραφείο». Δεν το βρήκε ούτε εκεί. Σηκώθηκε όρθια και με το μαχαίρι στο χέρι άρχισε να σκίζει τις ταινίες από όλες τις κούτες. Ήλπιζε να  το βρει κάπου. Δεν το βρήκε ποτέ. Αν πέθαινε τώρα, σκέφτηκε, δεν θα έβρισκαν κανένα κουτί με τους έρωτες της. Αυτοί που θα άδειαζαν το σπίτι της θα πίστευαν πως δεν ερωτεύτηκε ποτέ. Θα είχε συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση που ήθελε τις γυναίκες να πεθαίνουν χωρίς έρωτα. Άφησε το μαχαίρι και έπιασε τον μαύρο μαρκαδόρο που χρησιμοποιούσε για να γράφει στις κούτες. Πήρε έναν φάκελο από κάποιο λογαριασμό και άρχισε να γράφει ονόματα και ημερομηνίες. Κωνσταντίνος 1993-1997, Αντώνης 1999, Γιώργος 2001 και έφτασε μέχρι σήμερα. Πάνω- πάνω, έγραψε με κεφαλαία, τη λέξη «ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΑ».

* το κείμενο αυτό γράφτηκε για το δι-ιστολογικό αφιέρωμα με θέμα «Ερωτική Ιστορία¨ που δημοσιεύτηκε στο enfo.gr και συμμετείχαν οι silentcrossing, βιβλιοθηκάριος, τσαλαπετεινός, old boy, rubies and clouds, το καραντί, kospanti, το βυτίο, ερυθρό, καγκουρώ, αναγεννημένη, αδέσποτος σκύλος, angry calgonit, χαμένο επεισόδιο, μπουλακάκης, ποδηλάτισσα, κυνοκέφαλοι και η lemon

Advertisements