σοφ

(το ποστ διαβάζεται ακούγωντας αυτό: https://www.youtube.com/watch?v=m3oBRCAi67I)

Καθίσαμε στο πίσω μέρος ενός άλλου τάφου. Έκανε πολύ κρύο φέτος. Μπορεί έτσι να ήταν και πέρσι, δε θυμάμαι. Μερικές φορές δε θυμάμαι πότε ήταν το πέρσι. Άλλες δε θυμάμαι γιατί ήμασταν πάλι εδώ πέρσι. Ακόμα αναρωτιέμαι γιατί ερχόμαστε εδώ. Κάθε χρόνο ζητάω από τη Χ. να πει ένα τραγούδι. Θέλω να λέμε τραγούδια για σένα. Μπας και μας ακούς, να δεις που τραγουδάμε. Που δεν το βάλαμε κάτω. Με το βλέμμα μας κολλημένο σε αυτή τη φωτογραφία που είσαι τόσο όμορφος αλλά τόσο παγωμένος η χ. ξεκίνησε να τραγουδάει. Ακούμπησα το κεφάλι μου πάνω της και εκείνη μου ψιθύρισε μυστικά δε θα γυρίσεις πια.

Έφυγες και πήγες μακριά,
σύννεφα σκεπάσαν την καρδιά,
σβήσαν απ’ τα χείλη τα τραγούδια,
γύρω μαραθήκαν τα λουλούδια.
Και τα δειλινά
μια φωνή μου ψιθυρίζει
μυστικά
δε θα γυρίσεις πια.

Ακόμα αναρωτιέμαι γιατί ερχόμαστε εδώ για να σε δούμε. Λένε ο χρόνος τα γιατρεύει όλα. Λένε ψέματα.

Στους μεγάλους δρόμους περπατώ,
με το βλέμμα μου σ’ αναζητώ,
λες κι αντιλαλούν τα βήματά σου
και ο πόνος με τραβάει κοντά σου.
Και τα δειλινά
μια φωνή μου ψιθυρίζει
μυστικά
δε θα γυρίσεις πια.

Ακόμα αναρωτιέμαι γιατί ερχόμαστε εδώ για να σε δούμε. Μερικές στιγμές σκέφτομαι αν μας βλέπεις έτσι που κλαίμε γύρω από τα μάρμαρα. Σκέφτομαι τι θα έλεγες.

Στα κλαδιά σωπαίνουν τα πουλιά,
έρημη η παλιά μας η φωλιά,
φύτρωσε στην πόρτα μας χορτάρι,
απ’ τα χέρια μου σ’ έχουνε πάρει.
Μα τα δειλινά
μια φωνή μου ψιθυρίζει
μυστικά
δε θα γυρίσεις πια.

Και μένουμε μόνες μας οι γυναίκες σου. Κλαίμε, αγκαλιαζόμαστε, πίνουμε χτυπώντας τα ποτήρια στο τραπέζι για σένα και λέμε αν. Δύο χρόνια είναι πάρα πολλά, δύο χρόνια ίσως να μην είναι αρκετά.

Advertisements