Σάββατο μεσημέρι με λίγη βροχή αποφασίζω να πάρω ταξί από το σύνταγμα για το σπίτι. Όταν μπαίνω μέσα ο οδηγός μιλάει στο τηλέφωνο σε κάποια ξένη γλώσσα. Αφού έκλεισε το τηλέφωνο ακολούθησε ένας διάλογος για τον καιρό για να φτάσουμε αισίως στο αγαπημένο θέμα όλων των οδηγών, την κίνηση στου δρόμους. «Κάτι έγινε σήμερα στο κέντρο και το είχαν κλείσει» μου λέει. «Έγινε πορεία για τους μετανάστες που πνίγηκαν» του λέω. «Α σε ένα νησί, κάπου;» μου λέει με τα σπαστά του ελληνικά. Ακολουθεί ένας μικρός επεξηγηματικός διάλογος με πληροφορίες από μεριάς μου για το γεγονός. «Δεν τα ξέρω πολύ καλά, τώρα από σένα τα μαθαίνω» μου λέει. Κάτι είπα σε εκείνο το σημείο για τα ελληνικά ΜΜΕ και τις ειδήσεις που δεν βγαίνουν προς τα έξω. Λίγο αργότερα, με ένα πολύ ψεύτικο χαμόγελο και κοιτάζοντας μέσα από τον καθρέφτη μου λέει «Ε δεν χωράμε και όλοι». Για λίγα δευτερόλεπτα πάγωσα. Ε όχι κι αυτός. Ε όχι και αυτός που ποιος ξέρει τι πέρασε για να είναι εδώ να μου λέει δε χωράμε. Για κάποιο λόγο όμως, ο τρόπος που το έλεγε, το βλέμμα του στον καθρέφτη, ο τρόπος που είχαμε ήδη κουβεντιάσει με έκανε να σκεφτώ πως αυτήν την χιλιοειπωμένη ατάκα δεν την έλεγε γιατί την πίστευε αλλά γιατί ίσως νόμιζε πως θα ήθελα εγώ να την ακούσω. «Εγώ πιστεύω ότι χωράμε» του λέω. Τότε γελάει, γυρνάει το κεφάλι του και με κοιτάει κανονικά και όχι μέσα από τον καθρέφτη και μου λέει «Κι εγώ το ίδιο πιστεύω, αλλά ξέρεις…» μου λέει. Ξέρω, ξέρω. Συνέχισε λέγοντας μου την ιστορία του, πως έφτασε στην Ελλάδα πριν 14 χρόνια, πως έπρεπε να μην έχει φύγει από τη Γαλλία (που ήταν εκεί για δύο χρόνια) για να έρθει να βρει τη μάνα του στην Ελλάδα και κάτι άλλα αισιόδοξα,  όπως «δεν είναι όλοι οι έλληνες χρυσή αυγή». Βγαίνοντας από το ταξί σκεφτόμουν πόσες φορές αυτός ο οδηγός από τη Γεωργία μπορεί να έχει ακούσει ρατσιστικά σχόλια για να έχει μάθει τι πρέπει να λέει για να έχει τους πελάτες ευχαριστημένους. Δεν είναι λέει όλοι έλληνες χρυσή αυγή αλλά πόσοι δεν είναι ρατσιστές;

Λίγο να βγεις από το μικρόκοσμο σου και να συζητήσεις με φίλους μακρινούς, οικογενειακούς, γνωστούς και αγνώστους θα ακούσεις πιθανότατα κάποιο ρατσιστικό σχόλιο. Μπορεί να μην είναι για τους μετανάστες, μπορεί να είναι για τους ομοφυλόφιλους ή για τις γυναίκες. Μπορεί να είναι για όλους τους ανθρώπους πέρα από τους παρευρισκόμενους. Αν ακούσεις προσεκτικά θα δεις αυτόν το παλιό γνωστό να μιλάει για αράπηδες, πούστηδες και πουτάνες. Αν ακούσεις προσεκτικά θα δεις το μίσος, την υποτίμηση, στα λόγια του. Θα τον ακούσεις να λέει για τις ρωσίδες τις καυλιάρες,  για τους πούστηδες που έχουν αυξηθεί, για τους πακιστανούς που βιάζουν τις αδελφές μας και τους αλβανούς που δεν είναι τίμιοι. Θα φτάσει και στο θρησκευτικό. Οι Μουσουλμάνοι είναι όλοι Ταλιμπάν ενώ οι χριστιανοί είναι όλοι ο Ιησούς.

Όσα χρόνια μας θυμάμαι, έτσι ήμασταν. Ρατσιστές, σεξιστές, συντηρητικοί. Ανάμεσα τους πάντα υπήρχαν κάποιοι, αυτοί που οι άλλοι χαρακτήριζαν «με ευαισθησίες» επειδή στις κουβέντες υπερασπίζονταν τους ανθρώπους πέρα από το φύλο, τη σεξουαλική προτίμηση, το χρώμα, τη θρησκεία το ύψος, το βάρος κλπ. Φυσικά υπήρχαν πάντα κι αυτοί που το έπαιζαν ανοιχτόμυαλοι μέχρι να μάθουν ότι η κόρη τους είναι λεσβία ή ότι τα έχει με έναν Κούρδο.  Δεν τελειώσαμε ποτέ με όλα αυτά. Δεν τα έφερε κανένας γερμενής και κασιδιάρης, προϋπήρχαν αυτών.

«Η ελληνική τεχνική  της μαλάκυνσης του ελληνικού εγκεφάλου προϋποθέτει τη συνεργασία πολλών προκειμένου να μαλακώσει ο εγκέφαλος τόσο, όσο χρειάζεται για να πιστέψουμε πως είμαστε πρώτα ξαδέλφια του Περικλή. Δάσκαλοι, παπάδες, ιεροκήρυκες, χωροφύλακες, δεσμοφύλακες, όλοι τελούν το ιερό, εθνικό χρέος να μας κάνουν όλους μαλάκες… Τώρα ξέρετε γιατί η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει. Διότι την ταΐζουν με δάνεια, τα οποία αυτομάτως, μέσα στον «εθνικό κορμό» μετατρέπονται σε «εθνικές ιδέες» που τρέχουν από τα μπατζάκια των «εθνικά σκεπτόμενων» που σκέφτονται εθνικά για να μπορούν να φαν ελληνικά». Έγραφε ο Ραφαηλίδης στο Μνημόσυνο για ένα ημιτελή θάνατο το 1992.

Για αυτό σου λέω πάντα έτσι ήμασταν. Εθνική υπερηφάνεια, euro νίκες και αρχαία Ελλάδα. Εμείς καλύτεροι από όλους τους άλλους, εμείς με το ξεχωριστό DNA και τέτοιες ανυπόστατες μπούρδες. Μας έχουν  καταλάβει κι οι άνθρωποι που μετανάστευσαν εδώ. Μας μιμούνται μπας και σωθούν από τα μαχαίρια. Εν ανάγκη θα γίνουν πιο ρατσιστές κι από τους έλληνες για να μπορούν μετά κι αυτοί να αυτοεπιβεβαιωθούν. «Για να βρίζει αυτός τους δικούς του, σκέψου τι παλιοφάρα είναι» θα πει γεμάτος ικανοποίηση. Ναι, ναι, ξέρω, δεν είναι όλοι έτσι.

Μερικές μέρες αισθάνομαι όμως σαν να είναι όλοι έτσι. Τη στιγμή που θα ακούσω μια φίλη από τα παλιά να χρησιμοποιεί τη λέξη αράπης υποτιμητικά, τη στιγμή που ο μετανάστης θα μου πει πως «δεν χωράμε κι όλοι» για να με τεστάρει, τη στιγμή που ο παλιός συμμαθητής θα γράψει κάτι σεξιστικό, νιώθω για λίγο πως είναι όλοι έτσι. Πως ζούμε σε μια χώρα με εκατομμύρια μισάνθρωπους ρατσιστές με εθνική περηφάνια.  Τα ίδια σκατά είναι παντού, το ξέρω. Είναι οι άνθρωποι έτσι. Γίνονται οι άνθρωποι έτσι.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που τρέχεις κυκλικά στο σπίτι του παππού στα Σελίνια. Είναι νωρίς το απόγευμα, ο παππούς μόλις πότισε και η γιαγιά ετοιμάζει στο μικρό τηγανάκι το απογευματινό αβγό. Η μάνα της, κι αυτή Σμυρνιά, έκανε το πιο νόστιμο τηγανητό αβγό του κόσμου. Αυτή τη συνταγή δεν θα τη βρεις σε κανένα βιβλίο μαγειρικής. Περιμένεις να σε φωνάξει όταν θα είναι έτοιμο και εσύ μέχρι τότε κοιτάς από πάνω τη δεξαμενή.  Αναρωτιέσαι πως γίνεται να είναι αλήθεια αυτή η ιστορία που σου λένε. Πως γίνεται να κολύμπησε στη δεξαμενή η μαμά σου και ο θείος σου; Αυτά τα καλοκαίρια θα τα νοσταλγείς ως το τέλος.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που κλαις όταν φτάνει τρεις.  Διαπραγματεύεσαι τα πάντα αρκεί να κερδίσεις την ελευθερία σου αυτό το μεσημέρι. Πόσες φορές χρειάζεται να πεις «Δε νυστάζω» για να σε πιστέψουν; Δε θες να κάνεις ησυχία, δε θες να κοιμηθείς, δε θες καν να είσαι στο σπίτι. Τώρα συμβαίνουν όλα, μα γιατί δεν το καταλαβαίνουν;

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που κάνεις πρώτη φορά έρωτα. Πήγες μόνη σου διακοπές. Εσύ και αυτός. Δε θέλετε να βγείτε από το δωμάτιο. Δεν έχει τίποτα άλλο σημασία, μόνο να κάνεις έρωτα εσύ με αυτόν. Θα άξιζε να περιμένεις μια ολόκληρη ζωή για αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Την πρώτη στιγμή που αυτός που ερωτεύτηκες μπαίνει μέσα σου.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που η μάνα σου είναι άρρωστη στο κρεβάτι. Ξέρεις πως αυτό είναι το τελευταίο σας καλοκαίρι. Πηγαίνεις μέχρι το Φάληρο και λες στη θάλασσα όσα δε μπορείς να πεις σ’ αυτήν. Τη ρωτάς «πως θα τα καταφέρω χωρίς εσένα;» και εκείνη σηκώνει κύμα.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που χωρίζεις στις διακοπές. Κοιμάστε σε διαφορετικά κρεβάτια αλλά δε φεύγετε από το νησί. «Οι διακοπές θα συνεχιστούν κανονικά», είπατε και υπογράψατε τη συνθήκη της Μήλου. Κοιτάς τα ζευγάρια που φιλιούνται στα πλακόστρωτα σοκάκια της Πλάκας και εσύ αισθάνεσαι ανακούφιση. Μερικές φορές νιώθεις ανακούφιση που δεν θα είσαι πια μαζί με τον άλλο μετά από αυτές τις διακοπές.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που περπατάς στην άσφαλτο της πόλης και καίγονται τα πόδια σου μέσα από το πλαστικό της σαγιονάρας. Είσαι σε μια πόλη μεγαλύτερη από αυτή που μεγάλωσες, μετακομίζεις στο εξωτερικό. Έχεις τρείς μέρες περιθώριο να βρεις το σπίτι που θα περάσεις αυτόν και ίσως και τον άλλον χειμώνα. Πριν από λίγες μέρες έχουν βάλει βόμβες στο μετρό και στα λεωφορεία και αποφασίζεις να καλύψεις όλες τις αποστάσεις με αυτές τις σαγιονάρες. Σου είπαν πως πάντα βρέχει σε αυτήν την πόλη, δε σου μίλησαν για τον ήλιο. Όλα αυτά που σου είπαν για την πόλη αυτή θα αποδειχθούν ανοησίες γιατί κανείς δε σου είπε το πιο σημαντικό. Κανείς δε σου είπε για την ελευθερία που νιώθεις όταν περπατάς στους δρόμους της με ήλιο.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που τα περνάς σε πάρκα με δέκα βιβλία στην τσάντα που πρέπει να διαβάσεις για αυτήν την εβδομάδα. Απλώνεις το παρεό σου στο χορτάρι, βγάζεις τα βιβλία για να ξεκινήσεις. Έχεις διορία τρείς μήνες, όσο διαρκεί το καλοκαίρι. Βολεύεις το κεφάλι σου στην τσάντα, ανοίγεις το πρώτο βιβλίο αλλά δεν γίνεται να συγκεντρωθείς. Οραματίζεσαι πως βουλιάζει το σώμα σου στην άμμο, η λίμνη του πάρκου ακούγεται σαν θάλασσα.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που το σώμα σου βουλιάζει στην άμμο και εσύ θες να περπατήσεις στην πόλη. Θες να μυρίσεις την αποβάθρα του μετρό, θες να κάτσεις για μπύρες πλάι από το ποτάμι, θες να απλώσεις το παρεό σου στο χορτάρι. Οραματίζεσαι πως μπαίνεις στο αεροπλάνο και φεύγεις. Φεύγεις από όλες τις παραλίες, ξεσκονίζεις την άμμο από παντού, φοράς τα κλειστά σου παπούτσια και περπατάς στο Shoreditch.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που μόλις έχεις ξεκινήσει την καινούρια σου δουλειά. Τόσες συνεντεύξεις, τόσα βιογραφικά, επιτέλους σε προσέλαβαν. «Δεν έχετε άδεια» αυτό το καλοκαίρι σου είπαν και εσύ είπες «Δεν πειράζει, του χρόνου». Τώρα είσαι στο γραφείο και η κολλητή σου μόλις μπήκε στο πλοίο για τις Κυκλάδες. Σκέφτεσαι αν υπάρχει καμιά καλοκαιρινή αργία. Τι πήγες και έκανες, γαμώ τα λεφτά.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που κάθεσαι με τους φίλους σου στο Κλουβί και σου λένε πως δεν ξέρεις από καλοκαίρια και πως ποτέ δεν θα καταλάβεις τον Βακαλόπουλο.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που φοράς κλειστά παπούτσια και τρέχεις σε μια πλατεία να αποφύγεις το ξύλο. Μιλάς με τους φίλους σου στα τηλέφωνα να δεις αν είναι καλά και κάθεσαι να ηρεμήσεις στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Δυο διμοιρίες με μηχανές χτυπάνε στο ψαχνό όποιον κάθεται. Τρέχεις στη Μητσαίων, πνίγεσαι, βήχεις, τσούζουν τα μάτια σου, δε βλέπεις που να πας, κρύβεσαι πίσω από θάμνους σε ένα παρκάκι. Εσύ και άλλοι δέκα με άσπρα πρόσωπα. Αυτό το καλοκαίρι λες, θα αλλάξουν τα πάντα.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που η ζωή σου αλλάζει για πάντα. Νομίζεις πως δε θα τη βγάλεις καθαρή φέτος. Μερικές στιγμές σου κόβεται η ανάσα. Φοβάσαι τα πάντα. Φοβάσαι το σκοτάδι, φοβάσαι τη μοναξιά, φοβάσαι το θάνατο αλλά κυρίως φοβάσαι τη ζωή. Δε μπορείς να φανταστείς πως θα περάσει αυτό το καλοκαίρι. Το ξέρεις από τώρα πως είναι το χειρότερο καλοκαίρι της ζωής σου. Τα βράδια εύχεσαι κάτι να γίνει και να τα δεις αλλιώς. Και τελικά το καλοκαίρι περνάει. Είσαι ακόμα ζωντανός. Τα κατάφερες. Το επόμενο καλοκαίρι μπορεί να καταφέρεις να φτάσεις στη θάλασσα. Όλοι σε ρωτάνε που πήγες και εσύ θες να απαντήσεις «πιο μέσα». Από αυτά τα καλοκαίρια δεν έχεις φωτογραφίες, δεν μπορούσες να αποθανατίσεις καμία στιγμή. Τώρα ξέρεις πως αυτά είναι τα καλοκαίρια που έμειναν πιο πολύ.

Υπάρχουν κάτι καλοκαίρια που δεν έχεις ούτε μια φωτογραφία.

υ.γ.  (μέσα στο χειμώνα) είπα να ανεβάσω το κείμενο που γράφτηκε για το πέμπτο τεύχος του μπαχάρ* με θέμα “καλοκαίρι”

μπεν μαρί.jpgΈβαλε το ποτήρι του κονιάκ σε ένα κατσαρολάκι με νερό. Θα το ζέσταινε σε μπεν μαρί. Ήταν καλή ιδέα. Είχε σκεφτεί πως μάλλον έτσι θα τα ζεσταίνουν στα μαγαζιά. Έλα όμως που το ποτήρι βυθιζόταν στο νερό, γυρνούσε κάθετα και η βάση του ακουμπούσε στην κατσαρόλα. Αν το άφηνε λίγο παραπάνω, το ποτήρι θα έσπαγε. Τελικά δεν ήταν τόσο καλή η ιδέα. Βγήκε στο μπαλκόνι να κάνει ένα τσιγάρο. Μύριζε τζάκι μαζί με κάτι άλλο. Στο απέναντι διαμέρισμα ετοίμαζαν τραπέζι. Ήταν κι αυτός καλεσμένος σε δυο τραπέζια αλλά σε όλους είχε απαντήσει το ίδιο «Θα πάω να φάω με το σόι». Είχε να φάει με το σόι πάνω από πέντε χρόνια αλλά δεν είχε καμία σημασία. Δεν είχε όρεξη για κανέναν. Δεν είχε όρεξη ούτε να τον λυπηθούν, ούτε να προσπαθήσουν να του φτιάξουν το κέφι. Είπε τα ψέματα του και έμεινε σπίτι. Θα έπινε ένα ζεστό ποτήρι κονιάκ και θα διάβαζε τίποτα στο ίντερνετ. Μόνο που δεν είχε βρει τον τρόπο να ζεστάνει το ποτήρι και το ίντερνετ του το είχαν κόψει κάνα μήνα τώρα. Αυτά τα Χριστούγεννα θα έμενε σπίτι χωρίς ζεστό ποτήρι και ίντερνετ. Αυτά τα Χριστούγεννα ίσως να ήταν τα τελευταία σε αυτό το σπίτι.

 

* η ιστοριούλα γράφτηκε με αφορμή  μιας ιδέας του βιβλιοθηκάριου και δημοσιεύτηκε στο πρωτοχρονιάτικο φύλλο της Αυγής 

Συμμετείχαν οι: Silentcrossing  , ΒιβλιοθηκάριοςΧαμένο Επεισόδιο , Rubies and Clouds, Καραντί, Αντιδρασέξ, KizilkumPassion Flower, Αναγεννημένη, Ερυθρό Καγκουρώ και George Le Nonce .

Για το Χριστουγεννιάτικο φύλλο είχαν γράψει οι: Βυτίο , Τσαλαπετεινός , Ιφιμέδεια, Ποδηλάτισσα, Κυνοκέφαλοι και Ο Ήχος του Ανέμου.

Οι προτάσεις δουλειάς μου προκαλούν θλίψη. Ναι, είναι θλίψη. Είναι σίγουρα θλίψη αυτό που αισθάνομαι.

Παλιά ήταν άγχος. Θα μου αρέσει; θα μπορέσω; Θα είναι όπως το φαντάστηκα όπως θα ήθελα; Στην αρχή είχε και λίγο χαρά. Σκεφτόμουν πως με αυτή τη δουλειά θα μπορέσω να μάθω αυτό ή θα μπορέσω να κάνω το άλλο. Όνειρα ξεπατικοτούρες από τις ταινίες. Στην πραγματικότητα αυτό που συνέβαινε ήταν να βρίσκεσαι στο τέλος της ημέρα σκισμένος. Ή στην καλύτερη διψασμένος για λίγο ενδιαφέρον, λίγη ζωή. Η δουλειά μου προκαλεί θλίψη.

Το ήξερες πως ο βασικός έχει φτάσει στα 586 ευρώ μεικτά; Το κοίταξα πριν από λίγο. Σήμερα σε μια βόλτα στη Σόλωνος, η Χ. μου έλεγε για μια γνωστή της που της πρότειναν δουλειά ως γραφίστρια με πλήρες ωράριο για 500 ευρώ. Κάτω από τον βασικό μισθό. Για πλήρες ωράριο. Μεικτά κι αυτά. Όλα τελικά έφτασαν στο να παίρνεις 700 ευρώ και να λες καλά είσαι. Όλα έφτασαν στο να έχεις δουλειά και να λες πάλι καλά. Πάλι καλά που τι;

Πάλι καλά που έχω και αυτά τα 586 ευρώ (μεικτά). Άνθρωποι μένουν χωρίς ρεύμα και τα παιδιά τους πεθαίνουν από τις αναθυμιάσεις των μαγκαλιών. Άνθρωποι, φίλοι μας, εμείς, τη βγάζουμε με 400 ή 200 ευρώ το μήνα και λέμε πάλι καλά που έχουμε κι αυτά. Έπαψαν πια κι αυτές οι σκέψεις περί αναλογίας σπουδών με μισθό και τα λοιπά.

Είναι σίγουρα θλίψη αυτό που αισθάνομαι. Μου προκαλούν θλίψη  τα 586 ευρώ (μεικτά) για να κάνεις μια δουλειά που δε σκέφτηκες ποτέ πως θα ήθελες να κάνεις. 586 ευρώ (μεικτά) για κάτι που δεν ονειρεύτηκες ποτέ. Δεν έχει σημασία τι ονειρεύτηκες. Σημασία έχει τι ανάγκες έχεις. Τι προσπαθείς να καλύψεις, τι λογαριασμούς έχεις να πληρώσεις. Δουλεύουμε για να πληρώνουμε. Και έτσι κυλάει η ζωή. Στα διαλείμματα κάνουμε γρήγορο σεξ, διακοπές σε ξενοδοχεία και φεύγουμε τριήμερα για συναυλίες.

Δεν τη θέλω αυτή τη ζωή. Δεν θέλω να δουλεύω για να πληρώνω. Δεν θέλω να εξαγοράζομαι από κανέναν.  Δεν ξέρω αν το έχεις δοκιμάσει ποτέ αλλά είναι τόσο όμορφα να κάνεις βόλτες στον μεσημεριανό ήλιο μια τυχαία Δευτέρα . Να συναντηθείς με τους φίλους σου το μεσημεράκι για κάνα φτηνό μεζέ στο Μεταξουργείο μια Πέμπτη, να αργήσεις να κοιμηθείς μια Τρίτη και να κοιμηθείς λίγο παραπάνω μια Τετάρτη.

Ναι στους τεμπέληδες, ρε. Ναι σε αυτούς που έμειναν πάντα ερασιτέχνες.  Σε αυτούς που τους άρεσαν τόσα πολλά πράγματα που δεν ήξεραν τι να διαλέξουν. Ναι σε όλους αυτούς που δεν ξεπούλησαν τις μέρες τους στο όνομα της ασφάλειας και των χρημάτων. Ναι σε αυτούς που θα αναβάλουν αύριο τη δουλειά για λίγο χουζούρι στο κρεβάτι με αυτόν που αγαπούν κι ας χάσουν λεφτά. Ναι σε αυτούς που δεν έφτιαξαν αδιέξοδα στη ζωή τους και μπορούν ακόμα να αναπνέουν. Ναι σε αυτούς που παίρνουν τον χρόνο τους για να δουν τι θέλουν να κάνουν. Ναι σε αυτούς που τα λεφτά δεν τους καθοδηγούν τις ζωές. Σε αυτούς που δεν αγχώνονται με τις φορολογικές στους δηλώσεις, που δεν αγχώνονται αν θα το βρουν μπροστά τους. Εμένα αυτοί μου αρέσουν. Τους άλλους τους βαριέμαι. Τους βαρέθηκα.

Σε αυτό το κείμενο δεν θα βρεις τη λύση για να μπορέσεις να βγάλεις το μήνα με λεφτά. Δεν θα βρεις λύση για το πώς να πληρώσεις το ένα ή το άλλο. Για το πώς να μην ανησυχείς μήπως αρρωστήσεις ενώ είσαι ανασφάλιστος. Πως κάνεις διακοπές ή πως οργανώνεις ταξίδι. Δεν έχω να σου προτείνω τίποτα για όλα αυτά.

Έχω μόνο να πω πως δε θα με βάλουν κάτω. Δεν θα μπω στον τροχό με το ζόρι. Δεν θα υποκύψω στους δικούς τους φόβους. Δεν θα υποκύψω σε αυτά που υπέκυψαν αυτοί. Με 300 ευρώ και όσο πάει. Με 300 ευρώ και βόλτες στην Αθήνα τα πρωινά. Η ζωή κυλάει ωραία.

Δευτέρα γυμνασίου εγώ, τρίτη αυτός. Τα βράδια δε με έπαιρνε ο ύπνος και όλα τα τραγούδια είχαν γραφτεί γι’ αυτόν. Έγραφα στο ημερολόγιο μου πόσο πονάω που δεν τον έχω, πως θα είμαι ευτυχισμένη μόνο αν είμαι μαζί του. Στην προσευχή και στα διαλείμματα κοιταζόμασταν, που και που μπορεί να σκάγαμε και ένα χαμόγελο. Δεν είχα φιλήσει ως τότε αγόρι και ανησυχούσα πως αν μου ζητούσε να βγούμε κάποιο Σάββατο δεν θα ήξερα τι να κάνω. Μια καθημερινή ήρθε σε ένα διάλειμμα και μου ζήτησε να τα φτιάξουμε. Ω τι κούκλος, τι θεός, ο πιο ωραίος στον κόσμο όλο. Το απόγευμα μιλήσαμε στο τηλέφωνο με τις ώρες. Το ημερολόγιο μου γέμισε από τα «είμαι ευτυχισμένη» και με μια ανησυχία για το Σάββατο που θα ερχόταν. Τι θα έκανα; Πως θα το έκανα;

Το Σάββατο δεν έφαγα όλη μέρα, παρά μια μπανάνα μετά από πίεση του παππού μου, που είχε ανησυχήσει πως «το παιδί δεν είναι καλά». Μπορεί και να με έπιασε κόψιμο, δεν θυμάμαι με σιγουριά. Το μεσημέρι πήρα τηλέφωνο την κολλητή μου και της ζήτησα να έρθει μαζί μου στο ραντεβού γιατί δεν μπορούσα μόνη. Σε εκείνον δεν το πα, την είδε ξαφνικά στο σινεμά που είχαμε δώσει ραντεβού. Στο έργο μου κρατούσε το χέρι. Ιδρώνανε οι παλάμες μας , που και που τις στεγνώναμε στα παντελόνια μας. Μπορεί και να προσπάθησε να με φιλήσει. Θυμάμαι μόνο πως με κοίταζε μέσα στα σκοτάδια και εγώ από το άγχος μου κόντευα να πάθω αγκύλωση στην οθόνη. Δεν ευχαριστιόμουν τίποτα από το άγχος. Είχα ξεκινήσει να αμφισβητώ και ότι τον αγαπώ.

Του κουβάλησα τη φίλη μου και στη βόλτα. Δεν μείναμε λεπτό μόνοι μας. Πήγαμε στα goody’s και για πρώτη φορά στα χρονικά έφαγα μόνο μια πατάτες. Κόμπος το στομάχι μου από το άγχος. Όταν πια έφτασε η ώρα να φύγουμε έσκυψα στη φίλη μου και της είπα «Μη μας αφήσεις μόνους μας» και αυτόν που είχα περάσει 3 μήνες να τον χαζεύω σε κάθε διάλειμμα και κάθε προσευχή τον φίλησα σταυρωτά και του είπα καληνύχτα. Τη Δευτέρα του ζήτησα να τα χαλάσουμε. Στις φίλες μου είπα πως δε μου άρεσε η μπλούζα που φορούσε. Που να πω πως χέστηκα πάνω μου το Σάββατο.

Του το έκανα αυτό άλλες δυο φορές νομίζω. Δεν φιληθήκαμε ποτέ. Αλλά νομίζω πως αυτός είναι η πρώτη μου αγάπη. Κι ας μην τον φίλησα ποτέ, κι ας ισχυρίστηκα μέσα μου κι απ’ έξω μου πως δεν τον αγαπούσα.

*Είδα το Δι-ιστολογικό αφιέρωμα στην “πρώτη αγάπη” και ζήλεψα.

Συμμετέχουν οι:

χαμένο επεισόδιο

kospanti 

ο βιβλιοθηκάριος

Rubies and Clouds

Το Καραντί

Kids Cloud

Ο ήχος του ανέμου

Κυνοκέφαλοι

A mother’s diary

Η ποδηλάτισσα

Ερυθρό καγκουρώ

Αναγεννημένη

Τσαλαπετεινός

EvZin

Kizilkum

Polyanna’ s days

Αντιδρασέξ

Old Boy

(έφυγε που λες ο αδελφός την Παρασκευή. Στο καράβι έγραψε το παρακάτω κείμενο και εγώ με την άδεια του το δημοσιεύω εδώ.)

«Πότε θα ξεκαθαρίσεις τα πράγματα σου;» «Πότε θα αδειάσεις τα συρτάρια σου;» «Πότε θα μαζέψεις όλα αυτά τα πράγματα για την αποθήκη;» Πότε, πότε, πότε; Αυτή ήταν η γυναίκα μου που δικαίως αναρωτιόταν πότε θα έμπαινα στο παιχνίδι της προετοιμασίας για την μεγάλη μας φυγή από τη χώρα. Εγώ από την άλλη σε κόντρα με όλον αυτόν τον πανικό απαντούσα και γλίτωνα κάθε φορά με διάφορα τεχνάσματα. Την μία κάτι είχα να κάνω με τις μικρές, την άλλη ήμουν λιώμα, κουρασμένος, την άλλη είχαμε κάτι πιο σημαντικό να κάνουμε.

Μια βδομάδα περίπου πριν, μπαίνω επιτέλους στη διαδικασία ξεσκαρταρίσματος των προσωπικών μου ντουλαπιών. Ήταν ακριβώς όπως το περίμενα. Δύσκολο και επώδυνο. Φωτογραφίες παλιές με αγαπημένα πρόσωπα, αναμνηστικά από διάφορες στιγμές και εκδρομές, αξεσουάρ που σου θυμίζουν από την μία πόσο χαρούμενος ήσουν τότε που τα είχες αποκτήσει και από την άλλη πόσο περιττά ήταν τελικά. Ένα σωρό από αθλητικά στιγμιότυπα, μετάλλια και πινς καταχωνιασμένα σε κουτιά που αν δεν υπήρχαν οι μετακομίσεις θα έμεναν εκεί για πάντα θαμμένα.

Η διαδικασία κύλαγε σχετικά ομαλά μέχρι που βρήκα το ημερολόγιο της μητέρας μου. Σε κλάσματα δευτερόλεπτου βούρκωσα, δεν γίνονταν να σταματήσω με τίποτα. Γύριζα τις σελίδες και μου έρχονταν στο νου όλες εκείνες οι αλησμόνητες  τελευταίες της μέρες στο νοσοκομείο. Διάβαζα μία-μία τις σημειώσεις με αποκορύφωμα αυτή της μέρας που τελικά πέθανε. Εκείνη τη μέρα είχε γράψει η μεγάλη μου αδελφή στο ημερολόγιο  «κοιμάται συνέχεια». Δάκρυα, δάκρυα, δάκρυα και μια τεράστια ανάγκη για αγκαλιά. Η γυναίκα μου μάζευε τα δικά της κομμάτια από τον επάνω όροφο και ήταν ήδη σμπαράλια από τα δικά της. Αρπάζω αμέσως το κινητό μου και στέλνω μήνυμα στις αδελφές μου. Η διαδικτυακή αγκαλιά ήρθε online και πραγματικά ένοιωσα αμέσως την ζεστασιά της. Τι ωραία είναι να έχεις τόσο κοντά ανθρώπους που να μπορείς να μοιραστείς τόσο ζόρικες καταστάσεις. Τι ωραία να μπορείς να αγκαλιαστείς μόνο με ένα μήνυμα.
Αφού ηρέμησα και τελείωσα με το συγκεκριμένο ξεσκαρτάρισμα έφτασε η ώρα να τα μεταφέρω στην αποθήκη. Είχε έρθει μαζί μου εκείνο το απόγευμα ο Λούα που την επομένη θα έφευγε με κομβόι για την Γερμανία. Είχε προσφερθεί μόνος του να βοηθήσει μόλις του είπα ότι φεύγω.
Φορτώνουμε το αυτοκίνητο και πάμε παρέα στην αποθήκη. Στη διαδρομή μου έλεγε για την απόφαση του να φύγει για τη Γερμανία και με ρώταγε πως και από που θα μπορούσε να έρθει κάποια στιγμή εκεί που θα πήγαινα και εγώ. Μόνο θαυμασμό ένιωθα και νιώθω για τον Λούα που στα οχτώ του έφυγε από το Πακιστάν και μετά από δυο χρόνια κατάφερε να φτάσει στην Ελλάδα. 18 άτομα τα κατάφεραν από τα 200 που είχαν ξεκινήσει.  Στο ποτάμι, μου είπε,  ότι πέθαναν οι πιο πολλοί. Έπρεπε να το περάσουν χειμώνα που ήταν φουσκωμένο και από τους 80 που το δοκίμασαν πέρασαν οι 18, οι 62 πνίγηκαν. Έμεινε Ελλάδα 10 χρόνια στέλνοντας όλα του τα χρήματα πίσω στην οικογένεια του. Τώρα όμως έπρεπε να ξανά φύγει. Έπρεπε να πάει σε κάποιο μέρος που θα μπορούσε να βρει πιο εύκολα δουλειά και που θα μπορούσε κάποια στιγμή να γίνει νόμιμος προκειμένου να ταξιδέψει έστω για μία φορά πίσω στη χώρα του να δει την μαμά του πριν πεθάνει αφού όπως συνέχισε ήταν μεγάλη . Είναι 45 χρονών.  Με 1300 ευρώ, μία βαλίτσα με ρούχα και ένα χαρτί με λέξεις στα Γερμανικά που του έγραψε η αδελφή μου,  ήταν έτοιμος για Γερμανία.
Μετά με ρώτησε γιατί θα φύγουμε εμείς αλλά δεν μπορούσα να του εξηγήσω. Ντρεπόμουν τόσο πολύ για τους λόγους που εγώ έφευγα. Ντρεπόμουν τόσο πολύ που μέσα στο αυτοκίνητο είχα τόσα περιττά πράγματα και τώρα τα πήγαινα στην αποθήκη μάλλον για να μην τα ξανά πάρω ποτέ. Ντρεπόμουν τόσο πολύ που ήμουν ένας τυχερός δυτικός. Με κάποιον τρόπο του εξήγησα γιατί φεύγουμε και με ένα μόνο βλέμμα του έδειξε να με καταλαβαίνει.
Στην αποθήκη ξεκίνησε το ξεφόρτωμα. Σε 15 λεπτά τα είχαμε τοποθετήσει όλα στο σημείο που έπρεπε, ανάμεσα στα πράγματα του πεθερού μου και στα λευκά κουτάκια με τις πορσελάνες και τα τσατσούμα του πατρικού μου σπιτιού. Η μυρωδιά της κλεισούρας με έκανε να ψάξω μήπως υπάρχει κάποιο παραθυράκι που θα μπορούσα να ανοίξω για να αερίζεται. Στην άλλα άκρη της αποθήκης βρίσκεται η παιδική μου βιβλιοθήκη  με το γραφείο. Πήγα στο πλάι της για να δω τα εφηβικά μου αυτοκόλλητα . Τα αυτοκόλλητα αυτά με γυρίζουν τόσα χρόνια πίσω που πάλι σπάω. Το δικό μου «πίσω» έχει θλίψη και ανασφάλεια που θα μπορούσα να κλαίω συνέχεια. Φοράω γρήγορα τα γυαλιά μου για να «κρυφτώ» αλλά συνεχίζω. Βλέπω τα αυτοκόλλητα ένα-ένα και κλαίω. Το Porsche μου το είχε δώσει ένας φίλος του πατέρα μου από τη Γερμανία, το ανθρωπάκι με την μπάλα το είχα πάρει από την Ιταλία. Όλα τα αυτοκόλλητα είχαν την αξία τους για εμένα, ακόμη και αυτά που δεν θυμόμουν από που τα είχα πάρει.

Γυρίζω το κεφάλι μου από την άλλη και βλέπω τα κουτιά από το πατρικό μου. Βίντεο κασέτες πεταμένες στο πάτωμα. Η ζωή μου στο πατρικό μου λέω από τη μία και δίπλα η άλλη μου ζωή, η μετά, που τόσο περήφανος αλλά και ανασφαλής ήμουν γι αυτήν. Πιο δίπλα η ζωή του πεθερού μου που γαμήθηκε τελείως. Σε μία κολώνα λίγο πιο μπροστά μερικά κουτιά και ένα τραπεζάκι από τη ζωή της αδελφής μου στο καταθλιπτικό Γέρακα. Ακριβώς πίσω, μνήμες μια χλιδής που δεν υπάρχει πια. Όλα εκεί, όλες οι ζωές και οι φάσεις της με τίτλο « στεναχώρια». Τα δάκρυα μου τρέχουν δεξιά και αριστερά από τα γυαλιά μου και εγώ ψάχνω να δω που είναι ο Λούα για να μη με δει.

Δεν είναι πουθενά όμως γιατί με περιμένει στο αυτοκίνητο. Γι αυτόν δεν είναι παρά μόνο μία αποθήκη με περιττά πράγματα. Δεν νομίζω καν να μπορούσε να καταλάβει την χρήση της.
Προσπαθώ να ηρεμήσω και σιγά σιγά πάω προς τα έξω. Κλειδώνω αλλά δεν τα έχω βάλει όλα μέσα, ακόμη είμαι πολύ φορτισμένος και κάποια δάκρυα συνεχίζουν και τρέχουν. Προσπαθώ να κλειδώσω μέσα στην αποθήκη όλα όσα ένοιωσα αλλά μου είναι αδύνατον. Μπαίνω μέσα στο αυτοκίνητο και προσπαθώ να κρυφτώ από τον Λούα. Κοιτάζω δήθεν από την άλλη και αποφεύγω να μιλήσω για να μην με καταλάβει. Ντρεπόμουν πάλι. Ντρεπόμουν για το πόσο ευαίσθητος ήμουν και για το γεγονός ότι είχα δίπλα μου τον μεγαλύτερο ίσως αγωνιστή που έχω γνωρίσει και ενώ αυτός είναι 18 χρονών ήταν σκληρός σαν βράχος, ενώ εγώ στα 39 μου έκλαιγα σαν μωρό. Λίγο πριν φτάσουμε στον σταθμό για να τον αφήσω πήρα το θάρρος να γυρίσω και να τον αντικρίσω. Με κοιτάζει με ένα βλέμμα τόσο δυνατό που αυτόματα μπήκαν όλα τα δάκρυα που έτρεχαν πίσω στη θέση τους. Εκείνη ακριβώς την στιγμή ένοιωσα ότι κλείδωσα για τα καλά την αποθήκη. Μία αποθήκη γεμάτη με ένα σωρό συναισθήματα που κάθε φορά που πατάω το πόδι μου ζορίζομαι όλο και περισσότερο αφού συνήθως αφήνω πράγματα παρά παίρνω .
Σε αυτή την αποθήκη συναισθημάτων θα ήθελα να μπω την επόμενη φορά για διαφορετικό λόγο.

Σταύρος

Είμαστε οι δυο μας στην πιλοτή της πολυκατοικίας, είναι 8 παρά το πρωί και περιμένουμε μαζί το σχολικό λεωφορείο. Μου λέει πως δεν θα έρθει σήμερα στο σχολείο, θα κάνει κοπάνα αλλά να μην το πω στη μαμά. Και εγώ δεν το λέω.

Είμαστε οι δυο μας στο εφηβικό του δωμάτιο και μου λέει πως αγόρασε μηχανή κρυφά από όλους. Μου εκμυστηρεύεται το μεγάλο μυστικό του και εγώ υπόσχομαι να μην το πω σε κανέναν.

Είμαστε οι δυο μας στον δεξί καναπέ του πατρικού μου σπιτιού και εγώ του μιλάω για την πρώτη μου σχέση. Μου δίνει συμβουλές για τον έρωτα, για τις σχέσεις. Μου λέει να μην «γίνομαι ο σάκος του μπόξ» για κανέναν έρωτα και μέσα μου νιώθω πως δεν φοβάμαι κανέναν όσο έχω εκείνον για αδελφό.

Είμαστε οι δυο μας στο κρεβάτι του εφηβικού μου δωματίου και με δάκρυα στα μάτια, μου ανακοινώνει πως ο καρκίνος της μαμάς προχώρησε και πως τα πράγματα δεν είναι και δεν θα ναι καλά από δω και μπρος. Είχε αναλάβει εκείνος την ευθύνη να μου το πει. Κλαίγαμε μαζί πάνω στο κρεβάτι, αγκαλιά.

Αυτή τη σκηνή θα την ξαναζήσουμε πολλές φορές από κείνη τη μέρα και μετά. Όσο η κατάσταση της μάνας χειροτέρευε τόσο εμείς κλαίγαμε αγκαλιά. Πάνω από τούρτες γενεθλίων και σε προγαμιαία πάρτι σε νησιά.

Αλλά θα γελάμε και πολύ. Όπως πάντα κάναμε. Κάπως θα φροντίζει να παίρνουμε τη ζωή λίγο στην πλάκα. Κάπως θα γίνεται να ξεκαρδιζόμαστε σε ένα μαγαζί που όλοι κάνουν ησυχία και να γράφουμε μεθυσμένοι στα θαμπά τζάμια των αμαξιών το ξημέρωμα σε ένα νησί.

Θα ναι πάντα δίπλα μου σε κάθε μου βήμα, σε κάθε μου σκέψη πριν από κάποιο βήμα. Θα αναλάβει ρόλους άλλων που έλειπαν και θα μου πει εκείνη τη στιγμή που το έχω ανάγκη πιο πολύ από ποτέ πως «δεν πειράζει, μην ανησυχείς» και ένα είμαι εγώ εδώ θα λέγεται χωρίς να λέγεται.

Είμαστε οι δυο μας σε κάθε δύσκολη ή χαρούμενη στιγμή της ζωής μου. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη τύχη σε αυτή τη ζωή από το να μπορείς να κοιτάξεις πίσω τη ζωή σου και να δεις πως είχες πάντα δίπλα σου αυτούς που αγαπάς.

Σε λίγες μέρες φεύγει με την οικογένεια του για μια καινούρια αρχή σε μια άλλη χώρα και είναι τώρα κάποιες μέρες που δε μπορώ να σταματήσω να κλαίω. Δεν του έχω πει (αυτό που τώρα θα διαβάσει εδώ) πως πολλές φορές, τις τελευταίες μέρες, όταν χτυπάει το τηλέφωνο βουρκώνω που είναι αυτός.

Μέσα στην πραγματική χαρά που νιώθω για αυτόν, γίνομαι τόσο δα μικρή και κλαίω. Οι άλλες χώρες τώρα παίρνουν και τον αδελφό μου και ‘γω μπροστά σε αυτό είμαι 10 χρονών.

Θέλω να γράφω αποχαιρετιστήρια γράμματα ευγνωμοσύνης και αγάπης, θέλω να παίξω με τις κόρες του σαν να μπορώ να τις χορτάσω, θέλω να περάσω με κείνον και τη Τζ. βράδια σε ένα νησί να συζητάμε για τους έρωτες, θέλω να τα κάνω ξανά όλα από την αρχή μπας και μου γίνει πιο εύκολο.

Ξέρω πως έρχονται καινούριες εμπειρίες, σε καινούρια μέρη με λιβάδια και ξύλινα σπίτια. Και έτσι ανακουφίζω το κοριτσάκι που κλαίει. Θα είμαστε οι δυο μας, οι πέντε μας, οι έξι μας.

Στα ξένα αδελφέ μου, στα ξένα.

Καθόμαστε στην αίθουσα αναμονής, αγουροξυπνημένοι, με τα μαλλιά μας να κάνουν τζίβες στη φύτρα από τον ύπνο. Υποθέτω είμαστε όλοι λίγο αγχωμένοι, ακόμα κι αυτοί που το έχουν ξαναζήσει. Τα μαιευτήρια είναι η πιο συμπαθητική εκδοχή των νοσοκομείων. Κάθε λίγο ανακοινώνεται ένα επίθετο και μια ομάδα ανθρώπων πετάγεται από τους καναπέδες και τρέχει στο δωματιάκι. Η αδελφή είναι πίσω από αυτές τις πόρτες και πονάει, τσιρίζει, ιδρώνει, βάζει όλη της τη δύναμη. Τις μιλάω από μέσα μου, της λέω πόσο την αγαπάω και πόσο δυνατή είναι. Η πόρτα ανοίγει, μας καλούν. Ήρθε η σειρά μας. Ποτέ το άκουσμα του επιθέτου μας δεν έφερε τόση χαρά. Στριμωχνόμαστε δέκα νοματαίοι σε ένα δωμάτιο, ανοίγει η εσωτερική πόρτα και μας σπρώχνουν ένα πυρέξ με ένα κοκκινισμένο πλάσμα με αφαιρετικό βλέμμα. Δέκα νοματαίοι κλαίμε από πάνω του, ακούγονται απανωτά κλικ φωτογραφικών μηχανών, κάτι λέει η νοσοκόμα, δεν την ακούει κανείς. Του ανοίγει το σεντόνι που είναι τυλιγμένο να το δούμε ολόκληρο, κι άλλο κλάμα, πόσο μικρό, πόσο όμορφο, κάτι μικρά δάχτυλα που κινούνται εξερευνητικά, για πρώτη φορά σε αυτό το κόσμο. Δεν υπάρχουν κλισέ φράσεις, δεν υπάρχει τίποτα το γλυκανάλατο. Είμαστε όλοι θεατές μιας αρχής, μιας ζωής στο ξεκίνημα της. Όλη η ομορφιά του κόσμου σε ένα πυρέξ.

Καθόμαστε στην αίθουσα αναμονής, άυπνοι, ταλαιπωρημένοι. Υποθέτω είναι όλοι πολύ κουρασμένοι, πολύ αγχωμένοι με το πώς θα πάνε τα πράγματα. Είναι τώρα μια βδομάδα που μετράμε τις δυνάμεις του, μετράμε τις δυνάμεις μας. Κάθε λίγο ανοίγει μια πόρτα, βγαίνει μια νοσοκόμα και κάποιος σηκώνεται να της μιλήσει μπας και καταφέρει να πάρει μια πληροφορία παραπάνω. Αυτοί οι Άγγλοι νοσοκόμοι είναι τόσο λακωνικοί που είναι τυραννικό. Ο φίλος μας είναι μέσα από κείνες τις πόρτες και δε ξέρουμε αν πονάει, αν θυμάται, αν φοβάται. Δεν είμαι εκεί, αλλά μόνο εκεί είμαι. Ξέρω τι γίνεται κάθε λεπτό, ξέρω τι κάνουν σε αυτήν την αίθουσα αναμονής. Εμείς έχουμε φτιάξει μια δικιά μας στην Αθήνα. Όταν μένω μόνη στο δωμάτιο, κάνω κάτι που μοιάζει με προσευχή. Σφίγγω τα χέρια μου και λέω με όλη μου τη δύναμη «Κράτα λίγο ακόμα, σε αγαπάμε καρδιά μου, μείνε μαζί μας». Στο σαλόνι, καθόμαστε γύρω από το τραπέζι, κλαίει πότε ο ένας πότε ο άλλος. Η Φου, μου λέει πως φαίνεται τόσο μικρός στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Μικραίνει για να φύγει. Ήρθε  η σειρά του. Πάω στο μπάνιο δήθεν για να πάρω χαρτί, πέφτω στα γόνατα, σφίγγω τα χέρια και τον χαιρετώ. «να φύγεις αν θες αγόρι μου, να φύγεις, θα σε αγαπάω για πάντα». Είμαστε όλοι θεατές ενός τέλους, μιας ζωής στο κρεσέντο. Όλη η δυστυχία του κόσμου στα πρόσωπα μας.

Να γεννιέσαι και να πεθαίνεις μέσα στις αγκαλιές αυτών που σε αγαπάνε. Εκεί βρίσκεται το νόημα. Να αγαπιέσαι και να αγαπάς. Στο τέλος και στην αρχή να είμαστε όλοι μαζί αυτοί που αγαπιόμαστε. Να κοιταχτούμε στα μάτια και να πούμε σ΄αγαπώ με όλη μας τη ψυχή. Τα πιο δυνατά σ΄αγαπώ, τα σ’αγαπώ που τελειώνουν την ανάσα, που γεμίζουν τα σώματα μας.  Η ομορφιά όλου του κόσμου βρίσκεται σε αυτά τα απελευθερωτικά πρώτα και τελευταία σ΄αγαπώ.  Βρίσκεται σε όλα αυτά τα σ΄αγαπώ που είπες σε όλους αυτούς που ερωτεύτηκες, στους καλύτερους σου φίλους, στη μάνα σου, στον πατέρα σου, στα αδέλφια σου. Στα σ΄αγαπω που λες μεθυσμένος σε όλους αυτούς που μοιράστηκες ως τώρα τη ζωή, σε αυτούς που νιώσατε πως μαζί θα τα καταφέρετε, σε αυτούς που γνώρισες σε μια πλατεία με χιλιάδες δακρυγόνα. Η ομορφιά όλου του κόσμου βρίσκεται στα βράδια που λες σ΄αγαπώ στο κρεβάτι λίγο πριν κοιμηθείς, στο σούρουπο σε ένα μπαλκόνι στις Κυκλάδες που τον κοιτάς ενώ διαβάζει το βιβλίο του και ξύνει τα μούσια του, στα σ’ αγαπώ σε κάθε γράμμα, σε κάθε ποστ-ιτ, σε κάθε ντι-εμ.  Η ομορφιά όλου του κόσμου είναι τα σ’ αγαπώ μας.

 

υ.γ. το κείμενο γράφτηκε για το τέταρτο τεύχος του μπαχάρ* με θέμα «ομορφιά».

Πετάγεται στο timeline μου το λογότυπο της εταιρείας που με απέλυσε. Βράζω και μόνο που το βλέπω. Κάποιες μέρες μετά την απόλυση μου, σχεδόν ονειρευόμουν, να καταστραφούν. Να γίνει κάτι και να καταστραφούν. Επέτρεπα στον εαυτό μου να θυμώσει, χωρίς καμία τύψη, εξάλλου είχα κάθε λόγο, με είχαν απολύσει. Άσε που πίστευα κιόλας  πως η δουλειά μου εκεί μέσα ήταν πολύ πιο έντιμη από των περισσοτέρων. Μετά είπα στον εαυτό μου να μην συνεχίζει να παίζει το χαρτί του θυμού. Όσο σκέφτεσαι τέτοια τόσο δηλητηριάζεσαι, έλεγα και ξανάλεγα. Να πάνε να γαμηθούν, στην τελική χάρη σου κάνανε, δεν τους άντεχες.

Οι μήνες πέρασαν και όντως όλο αυτό μου βγήκε σε καλό. Τέλος, η εβδομαδιαία γκρίνια και η προσπάθεια για το αυτονόητο. Έχω επιτέλους χρόνο για μένα, μπορεί να μην έχω λεφτά αλλά δεν είχα ούτε όταν δούλευα. Πριν δεν είχα ούτε λεφτά, ούτε χρόνο, ούτε ενέργεια. Όσο περνάει ο καιρός τόσο καθαρίζει το κεφάλι μου από τις τελευταίες ενοχές που με κρατούσαν δέσμια σε μια πραγματικότητα που δεν μου ταιριάζει. Αυτή των κλιματιζόμενων γραφείων με τα ψεύτικα χαμόγελα που πολλάκις έχω αναφερθεί.

Τι είναι αυτό όμως που ακόμα με τσαντίζει όταν βλέπω το λογότυπο τους; Η απόλυση μου επιβεβαίωσε μια θεωρία που απέκτησα στην πρώτη μου δουλειά στη χώρα και είναι η εξής. Οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα θέλουν αυλικούς και όχι εργαζόμενους  που μπορούν να ανατρέψουν καθιερωμένες μεθόδους προκειμένου να γίνουν ακόμα πιο δημιουργικοί. Δε μπορούν να αντέξουν το δεύτερο γιατί είναι έτσι φτιαγμένη η αλυσίδα, που δεν αντέχει. Οι πιο πάνω βρέθηκαν εκεί είτε από χάρη, είτε με χοντρό βύσμα, είτε γιατί ήταν το ίδιο κουτοπόνηροι με τα μεγάλα αφεντικά. Εντάξει μπορεί η θεωρία μου να μην έχει φοβερή βάση και να κακόπεσα στην επαγγελματική μου πορεία. Αλλά η αλήθεια είναι πως όπου και αν βρέθηκα είχα προϊσταμένους που τους σεβόμουν από υποχρέωση και όχι για την προσωπικότητα τους ή το ταλέντο τους. Οι περισσότεροι ήταν και είναι άνθρωποι χωρίς άλλα ενδιαφέροντα, χωρίς όνειρα για τη ζωή, χωρίς ανοιχτούς ορίζοντες ή πνευματικές αναζητήσεις. Άνθρωποι-εργαλεία, αυλικοί του λίγο-πιο-πάνω στη σκάλα. Άνθρωποι βατραχοποιημένοι*, χωρίς δικά τους λόγια. Όλη τους η ζωή ένα όνειρο για μια μεγαλύτερη καρέκλα, ένα μεγαλύτερο γραφείο, λίγα περισσότερα μηδενικά το μήνα.

Αυτό λοιπόν που με θυμώνει πίσω από το λογότυπο της εταιρείας είναι η συνειδητοποίηση πως οι εταιρείες στην χώρα πάσχουν από αυτό που πάσχει η ίδια η χώρα. Από αυτό το πασοκοδεξιόοικογένειακοκρατούμενο καθεστώς. Το φαινόμενο Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη. Το φαινόμενο του φελλού που επιπλέει με τις πλάτες του μπαμπά. Από κάτω ακολουθούν οι πιστοί αυλικοί, αυτοί που πάντα ήθελαν ένα επίθετο, οι άνθρωποι εργαλεία, αυτοί που ελπίζουν πως θα καταφέρουν να ζήσουν τη ζωή των άλλων γιατί η δικιά τους μοιάζει μίζερη.

Στην τελευταία μου δουλειά είχα μια τέτοια για προϊστάμενη. Μερικές φορές ακόμα σκέφτομαι πως θα ήθελα κάποια στιγμή να την προδώσει το σύστημα που με τόσο ζήλο υπηρετεί. Αλλά μέσα μου ξέρω πως όσο τα πράγματα παραμένουν όπως είναι, το σύστημα δεν θα την προδώσει ποτέ. Είναι το μεγαλούργημα του, το παιδί του, το υπόδειγμα του.

Σκέφτομαι πως είμαι τυχερή, ναι είμαι τυχερή και με αυτό δεν πάω να γλυκάνω κάποια πίκρα. Είδα όλη την ασχήμια μπροστά μου. Δοκίμασα τη ζωή τους και την απέρριψα. Αυτή μάλλον ήταν η διαδρομή που έπρεπε να καλύψω για να ξέρω σήμερα πως η ευτυχία κρύβεται στα χαμόγελα των ανθρώπων που αγαπάμε, στις σχέσεις μεταξύ μας, στον χρόνο που αφιερώνουμε στα πράγματα που γουστάρουμε. Στο χρόνο που αφιερώνουμε στον αγαπημένο μας, στο σκύλο μας, στους φίλους μας. Σε καμία καριέρα, σε κανένα γραφείο πολυεθνικής, με κανένα μάνατζερ. Εκεί κρύβονται μόνο μιλτιάδηδες.

*σύνδρομο του βατράχου στο ζεστό νερό. Το εικονικό πείραμα πάει ως εξής. Αν βάλεις έναν βάτραχο σε μια κατσαρόλα με νερό που βράζει τότε πιθανότατα ο βάτραχος θα πηδήξει έξω από αυτή. Αν όμως βάλεις τον βάτραχο σε μια κατσαρόλα με κρύο νερό που σιγά σιγά το ζεσταίνεις, τότε ο βάτραχος θα παραμείνει εκεί μην μπορώντας να αντιληφθεί τον κίνδυνο. Περισσότερα εδώ 

 υ.γ. το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος #28 του ηλεκτρονικού περιοδικού babushka

Βλέπεις με πόση ευκολία οι άνθρωποι γύρω σου μιλάνε για φάπες και σφαλιάρες; Δίνουν έμφαση στον οπλισμό των ληστών και μετά ακολουθεί ένα ε και τι να τους κάνανε δηλαδή;. Ο άτυπος σύμβουλος του πρωθυπουργού προτείνει ειρωνικά «Την επόμενη φορά θα τους συλλάβουν χτυπώντας τους με ματσάκια άνηθο». Γελάνε ρε συ με τα μελανιασμένα πρόσωπα. Χαίρονται που συνέλαβαν τους κακούς. Τσαντίζονται στα κρυφά που μάλλον η αστυνομία τους έριξε ξύλο στα πρόσωπα και φαίνεται. Είμαι σίγουρη πως σκέφτονται ότι όλα θα ήταν καλύτερα αν τους είχαν σαπίσει στο ξύλο από το κεφάλι και κάτω. Βγαίνει ο εκπρόσωπος της αστυνομίας και μας κοροϊδεύει όλους ανοιχτά. Όλα έγιναν την ώρα της σύλληψης, από ένα «κύλισμα», δεν έγιναν βασανιστήρια. Λίγες ώρες αργότερα κυκλοφορούν φωτογραφίες των συλληφθέντων χωρίς φώτοσοπ. Πρόσωπα και στόματα μέσα στο αίμα, ζυγωματικά κατεβασμένα, μάτια πρησμένα. Από πίσω ένα ρολόι που δείχνει διαφορετική ώρα από αυτή που λέει η αστυνομία. Φωτογραφίες από κινητό, με τα χέρια των αστυνομικών να τραβάνε το κεφάλι του Μιχαηλίδη που του τρέχει αίμα από το στόμα. Μας κοροϊδεύουν, γελάνε με τη θλίψη μας.

Η ευκολία με την οποία οι άνθρωποι δικάζουν τους συλληφθέντες, τις μάνες τους, τις οικογένειες τους είναι θλιβερά εντυπωσιακή. Αναρωτιούνται πως γίνεται να είναι περήφανη η μάνα του Ρωμανού. Γελάνε με τις δηλώσεις και ψάχνουν έναν ηλεκτρονικό τοίχο να ξεράσουν τον εμετό τους. Δε διστάζουν να δικάσουν ακόμα και τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο. Βγάζουν εξώφυλλα με τον Γρηγορόπουλο στο φέρετρο και το Ρωμανό να το σηκώνει για να αυξήσουν τις πωλήσεις. Όπως το 2008 ρωτούσαν τι δουλειά είχε ο 16χρονος Γρηγορόπουλος στα Εξάρχεια ,για να καταλήξουν σε κατηγορίες και αφορισμούς για τη μάνα του, έτσι και τώρα. Η συζήτηση πάλι γύρω από τη μάνα που έχασε τον έλεγχο. Πάλι μιλάνε για παιδιά βορείων προαστίων που μέσα στη μίζερη και πλούσια ζωή τους, χαμένοι «ξενιτεύτηκαν στην έρημο του ανορθολογισμού».

Βλέπουν τις φωτογραφίες και σκέφτονται καλά να πάθουν τα κωλόπαιδα. Ακούς; Καλά να πάθουν τα κωλόπαιδα. Διψάνε για δίκες και τιμωρία. Φχαριστιούνται με την τιμωρία, είναι σαν φετίχ, κάτι σαν σαδισμός. Μαζεύονται τα βράδια στα πάνελ των καναλιών και δικάζουν. Περιφέρονται σαν ζόμπι στα κανάλια και κατηγορούν, όλοι εισαγγελείς και δικαστές. Η Παναγιωταρέα επαναλαμβάνει με ανατριχιαστική αλαζονεία στη μητέρα του Μιχαηλίδη «έχετε να πείτε κάτι για την πράξη του γιου σας;». Ξαναρωτάει χωρίς κανένα δισταγμό. Είναι σε δίκη και η μάνα του. Θα λογοδοτήσει κι αυτή ενώπιον των τηλεθεατών. Κανένα ίχνος ανθρωπιάς.

Μια βδομάδα τώρα αναρωτιέμαι πως γίνεται να είσαι γονιός και να βγάζεις τέτοια χαιρεκακία απέναντι σε μια άλλη μάνα και το παιδί της. Πως γίνεται να βιάζεσαι να καταδικάσεις έναν άνθρωπο 20 και 22 χρονών; Πως γίνεται να χαίρεσαι βλέποντας βασανισμένα πρόσωπα; Στο όνομα της ησυχίας, τάξης και ασφάλειας να βασανιστεί όποιος χρειαστεί.

Έχουν βγει όλα τα σαρκοβόρα παγανιά και τριγυρνάνε λυσσασμένα. Όποιος βρεθεί, όποιον μπορούν θα φάνε. Δεν ξεχωρίζουν τίποτα και κανέναν, κάποιος να την πληρώσει, κάποιος να φαγωθεί. Δεν χωράνε εξηγήσεις, μόνο κατηγορίες. Κάποιος να φαγωθεί, κάποιος να τιμωρηθεί, κάποιος να την πληρώσει.

 υ.γ. το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος #27 του ηλεκτρονικού περιοδικού babushka

Πρόσφατα άρθρα