Καθόμαστε στην αίθουσα αναμονής, αγουροξυπνημένοι, με τα μαλλιά μας να κάνουν τζίβες στη φύτρα από τον ύπνο. Υποθέτω είμαστε όλοι λίγο αγχωμένοι, ακόμα κι αυτοί που το έχουν ξαναζήσει. Τα μαιευτήρια είναι η πιο συμπαθητική εκδοχή των νοσοκομείων. Κάθε λίγο ανακοινώνεται ένα επίθετο και μια ομάδα ανθρώπων πετάγεται από τους καναπέδες και τρέχει στο δωματιάκι. Η αδελφή είναι πίσω από αυτές τις πόρτες και πονάει, τσιρίζει, ιδρώνει, βάζει όλη της τη δύναμη. Τις μιλάω από μέσα μου, της λέω πόσο την αγαπάω και πόσο δυνατή είναι. Η πόρτα ανοίγει, μας καλούν. Ήρθε η σειρά μας. Ποτέ το άκουσμα του επιθέτου μας δεν έφερε τόση χαρά. Στριμωχνόμαστε δέκα νοματαίοι σε ένα δωμάτιο, ανοίγει η εσωτερική πόρτα και μας σπρώχνουν ένα πυρέξ με ένα κοκκινισμένο πλάσμα με αφαιρετικό βλέμμα. Δέκα νοματαίοι κλαίμε από πάνω του, ακούγονται απανωτά κλικ φωτογραφικών μηχανών, κάτι λέει η νοσοκόμα, δεν την ακούει κανείς. Του ανοίγει το σεντόνι που είναι τυλιγμένο να το δούμε ολόκληρο, κι άλλο κλάμα, πόσο μικρό, πόσο όμορφο, κάτι μικρά δάχτυλα που κινούνται εξερευνητικά, για πρώτη φορά σε αυτό το κόσμο. Δεν υπάρχουν κλισέ φράσεις, δεν υπάρχει τίποτα το γλυκανάλατο. Είμαστε όλοι θεατές μιας αρχής, μιας ζωής στο ξεκίνημα της. Όλη η ομορφιά του κόσμου σε ένα πυρέξ.

Καθόμαστε στην αίθουσα αναμονής, άυπνοι, ταλαιπωρημένοι. Υποθέτω είναι όλοι πολύ κουρασμένοι, πολύ αγχωμένοι με το πώς θα πάνε τα πράγματα. Είναι τώρα μια βδομάδα που μετράμε τις δυνάμεις του, μετράμε τις δυνάμεις μας. Κάθε λίγο ανοίγει μια πόρτα, βγαίνει μια νοσοκόμα και κάποιος σηκώνεται να της μιλήσει μπας και καταφέρει να πάρει μια πληροφορία παραπάνω. Αυτοί οι Άγγλοι νοσοκόμοι είναι τόσο λακωνικοί που είναι τυραννικό. Ο φίλος μας είναι μέσα από κείνες τις πόρτες και δε ξέρουμε αν πονάει, αν θυμάται, αν φοβάται. Δεν είμαι εκεί, αλλά μόνο εκεί είμαι. Ξέρω τι γίνεται κάθε λεπτό, ξέρω τι κάνουν σε αυτήν την αίθουσα αναμονής. Εμείς έχουμε φτιάξει μια δικιά μας στην Αθήνα. Όταν μένω μόνη στο δωμάτιο, κάνω κάτι που μοιάζει με προσευχή. Σφίγγω τα χέρια μου και λέω με όλη μου τη δύναμη «Κράτα λίγο ακόμα, σε αγαπάμε καρδιά μου, μείνε μαζί μας». Στο σαλόνι, καθόμαστε γύρω από το τραπέζι, κλαίει πότε ο ένας πότε ο άλλος. Η Φου, μου λέει πως φαίνεται τόσο μικρός στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Μικραίνει για να φύγει. Ήρθε  η σειρά του. Πάω στο μπάνιο δήθεν για να πάρω χαρτί, πέφτω στα γόνατα, σφίγγω τα χέρια και τον χαιρετώ. «να φύγεις αν θες αγόρι μου, να φύγεις, θα σε αγαπάω για πάντα». Είμαστε όλοι θεατές ενός τέλους, μιας ζωής στο κρεσέντο. Όλη η δυστυχία του κόσμου στα πρόσωπα μας.

Να γεννιέσαι και να πεθαίνεις μέσα στις αγκαλιές αυτών που σε αγαπάνε. Εκεί βρίσκεται το νόημα. Να αγαπιέσαι και να αγαπάς. Στο τέλος και στην αρχή να είμαστε όλοι μαζί αυτοί που αγαπιόμαστε. Να κοιταχτούμε στα μάτια και να πούμε σ΄αγαπώ με όλη μας τη ψυχή. Τα πιο δυνατά σ΄αγαπώ, τα σ’αγαπώ που τελειώνουν την ανάσα, που γεμίζουν τα σώματα μας.  Η ομορφιά όλου του κόσμου βρίσκεται σε αυτά τα απελευθερωτικά πρώτα και τελευταία σ΄αγαπώ.  Βρίσκεται σε όλα αυτά τα σ΄αγαπώ που είπες σε όλους αυτούς που ερωτεύτηκες, στους καλύτερους σου φίλους, στη μάνα σου, στον πατέρα σου, στα αδέλφια σου. Στα σ΄αγαπω που λες μεθυσμένος σε όλους αυτούς που μοιράστηκες ως τώρα τη ζωή, σε αυτούς που νιώσατε πως μαζί θα τα καταφέρετε, σε αυτούς που γνώρισες σε μια πλατεία με χιλιάδες δακρυγόνα. Η ομορφιά όλου του κόσμου βρίσκεται στα βράδια που λες σ΄αγαπώ στο κρεβάτι λίγο πριν κοιμηθείς, στο σούρουπο σε ένα μπαλκόνι στις Κυκλάδες που τον κοιτάς ενώ διαβάζει το βιβλίο του και ξύνει τα μούσια του, στα σ’ αγαπώ σε κάθε γράμμα, σε κάθε ποστ-ιτ, σε κάθε ντι-εμ.  Η ομορφιά όλου του κόσμου είναι τα σ’ αγαπώ μας.

 

υ.γ. το κείμενο γράφτηκε για το τέταρτο τεύχος του μπαχάρ* με θέμα «ομορφιά».

Advertisements